αρχ. σελίδασυντακτική ομάδατρέχον τεύχοςπροηγ. τεύχηαναζήτησηοδηγίεςεπικοινωνίαenglish

 

τεύχος 31
(Φθινόπωρο 2017)

περιεχόμενα

περιλήψεις

βιογραφικά

περιλήψεις

  

Ιωάννης Φούλιας: Το Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, opus 18, της Ρένας Κυριακού: ιστορικό, πρώτη αναλυτική προσέγγιση, κριτική επανεκτίμηση και απόπειρα ένταξης του έργου στην ελληνική έντεχνη μουσική δημιουργία

 

Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στο Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, opus 18 / ΑΚΣΡΚ 74, που αποτελεί το πλέον εκτενές και φιλόδοξο έργο της επιφανούς ελληνίδας πιανίστας και συνθέτριας Ρένας Κυριακού (1917-1994), ενώ συγχρόνως σηματοδοτεί το επιστέγασμα αλλά και την (απότομη) απόληξη της – επισήμως γνωστής – δημιουργικής της πορείας. Με την βοήθεια πολυάριθμων πηγών, αποσαφηνίζεται το ιστορικό της δημιουργίας και των εκτελέσεων του έργου, προτού αυτό αναλυθεί ενδελεχώς αλλά και με αναφορά προς την υπόλοιπη εργογραφία της Κυριακού. Ακολούθως, διερευνάται συστηματικά και κριτικά η υποδοχή του κοντσέρτου αυτού από τους μουσικοκριτικούς που παρακολούθησαν την πρώτη δημόσια εκτέλεσή του, τον Δεκέμβριο του 1943 στην Αθήνα, προκειμένου να διαπιστωθεί το μέγεθος της ανεπάρκειας των κριτικών αυτών σημειωμάτων για μια σύγχρονη αντικειμενική αποτίμηση του έργου και να αναδειχθεί η σημασία της επαναπροσέγγισής του από μηδενική βάση, με την συνδρομή των αναλυτικών μεθοδολογικών εργαλείων που εφαρμόσθηκαν προηγουμένως. Επιπλέον, η ανάγκη τοποθέτησης του συγκεκριμένου έργου στο ευρύτερο πλαίσιο του είδους και της τεχνοτροπίας του, όπως αυτά καλλιεργήθηκαν στην ελληνική έντεχνη μουσική, απέφερε εν κατακλείδι μια περιεκτική επισκόπηση του συνόλου των κοντσέρτων για πιάνο που γράφηκαν και (εν μέρει) παρουσιάσθηκαν δημοσίως από έλληνες συνθέτες μέχρι το 1945 (τον Ν. Σκαλκώτα, τον Π. Πετρίδη, τον Μ. Καλομοίρη, την Ρ. Κυριακού, τον Γ. Α. Παπαϊωάννου και την Λ. Λαλαούνη), από κοινού με μια πρώτη απόπειρα συγκριτικής εξέτασης των υφολογικών καταβολών και των συνθετικών τάσεων που εκπροσωπούνται στο εν λόγω ρεπερτόριο.

  

  

Νέστωρ Ταίηλορ: Η δομική και λειτουργική σύσταση της χορωδίας στα φωνητικά έργα του Ι. Σ. Μπαχ

 

Με αφορμή τις πολυάριθμες εκτελέσεις των φωνητικών έργων του Ι. Σ. Μπαχ, στις οποίες ο αριθμός των χορωδών και ο επιμέρους ρόλος τους συχνά διαφοροποιείται σημαντικά, ο συγγραφέας επιχειρεί να περιγράψει τις βασικές αρχές λειτουργίας-ιεράρχησης της χορωδίας επί των ημερών του Μπαχ, με σκοπό την καλύτερη πρόσληψη του έργου του μεγάλου κάντορα και τη γνωριμία μας με το ευρύτερο πλαίσιο της ερμηνευτικής αισθητικής του μπαρόκ, έτσι όπως αυτή καθορίζει και καθορίζεται από την υποκείμενη δομή του έργου και τις προθέσεις του δημιουργού. Η μελέτη βασίζεται στην ανάλυση διαφόρων ιστορικών τεκμηρίων και ισάριθμων ερμηνευτικών προσεγγίσεων που κατά καιρούς είχαν την αξίωση του ερμηνευτικού αλάθητου, εστιάζοντας στην περιγραφή δύο κυρίαρχων, αντιμαχόμενων πλευρών: εκείνης που υπερασπίζεται την ολιγοπρόσωπη (έως και μονοπρόσωπη) χορωδιακή διανομή, της λεγόμενης σχολής των «μινιμαλιστών», έναντι εκείνης που έχει μια πιο πληθωρική οπτική, με στερεοτυπικά πρότυπα που ανάγονται σε μια πιο ρομαντική προσέγγιση, της σχολής των «μαξιμαλιστών». Όπως είναι φυσικό, οι εναλλακτικές προσεγγίσεις και οι διιστάμενες απόψεις αναζωπυρώνουν την συζήτηση γύρω από το ζήτημα της αυθεντικότητας και της αξίας του ερμηνευτικού ιστορικισμού, ενθαρρύνοντας τον διάλογο και την διάθεση για μια δημιουργική επανασύνδεση με το παρελθόν.

  

  

Αγγελική Σκανδάλη: Η διδασκαλία της μονωδίας στα ωδεία του Μ. Καλομοίρη και η καλλιέργεια της όπερας στις αρχές του 20ού αιώνα (1919-1939)

 

Στο κείμενο αυτό επιχειρείται μια λεπτομερής μελέτη των δεδομένων από τα Δελτία Πεπραγμένων των δύο ωδείων που ίδρυσε ο Καλομοίρης (το Ελληνικό Ωδείο και το Εθνικό Ωδείο). Στόχος της μελέτης είναι η περαιτέρω ανίχνευση των πιθανών σχέσεων ή επιδράσεων μεταξύ των “καλομοιρικών” θεσμών μουσικής εκπαίδευσης του μεσοπολέμου και της προϊούσας δράσεως των οπερατικών θιάσων του Δ. Λαυράγκα. Αναλύονται οι μετακινήσεις του διδακτικού προσωπικού, οι εγγραφές των σπουδαστών και η αριθμητική σχέση αποφοιτησάντων – διδασκόντων ως αποτέλεσμα των προοπτικών καλλιτεχνικής και διδακτικής ενασχόλησης κατά τον μεσοπόλεμο.

Η μελέτη παρουσιάζει αναλυτικά τις οπερατικές δραστηριότητες των δύο ωδείων κατά τον ιστορικό χρόνο που η καλλιέργεια της όπερας στην Ελλάδα είχε ήδη καταγράψει μια ιστορία. Σπουδαστές από ολόκληρη την ελληνική επικράτεια συμπεριλαμβάνονται στις εγγραφές των ωδείων, αλλά οι μελοδραματικές δραστηριότητες στα “καλομοιρικά” ωδεία προωθήθηκαν μέσω των προσπαθειών του διδακτικού προσωπικού που προερχόταν από το Ωδείο Αθηνών. Τα “καλομοιρικά” ωδεία πρόβαλαν εύλογα τις όπερες του ιδρυτή τους, ο οποίος δεν δίσταζε να μνημονεύει τις επιτυχίες των αποφοίτων τους στο εξωτερικό.

Τα κριτήρια για τη διαμόρφωση του ρεπερτορίου είναι που ενδιαφέρουν περισσότερο εδώ: ευρωπαϊκή έμπνευση και ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την γαλλική ιμπρεσσιονιστική όπερα και τους συνθέτες της ελληνικής εθνικής όπερας εντοπίζονται στις συναυλίες και τις παραστάσεις των ωδείων. Οι όπερες του Δ. Λαυράγκα δεν παραστάθηκαν ποτέ εντός του περιβάλλοντος αυτού, αν και ο συνθέτης ήταν ενεργό μέλος του διοικητικού συμβουλίου των ωδείων.

  

  

Θύμιος Ατζακάς: Taksim: διαχρονικότητα και μεταμόρφωση. Ιστορικές αναδρομές, σχολιασμοί και αναστοχασμοί επάνω στην «επιτόπια» συνθετική πράξη του μουσικού-δημιουργού του makam

 

Η μουσικοποιητική μορφή του taksim, που αποδίδεται στα ελληνικά ως «ταξίμι» ή «τροπικός αυτοσχεδιασμός», φαίνεται να περιλαμβάνει μία σειρά δημιουργικών και καλά εναρμονισμένων δράσεων του εκτελεστή, οι οποίες ξεπερνούν την ατομική του ταυτότητα και αποκτούν μια λεπτοφυή σύνδεση με το μουσικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι της εποχής του. Η εστιασμένη σπουδή και πρακτική της μορφής αυτής καλλιεργεί τις απαιτούμενες τεχνικές δεξιότητες και προϋποθέτει μια αρμονική συνέργεια μεταξύ της νοητικής, της αισθητηριακής και της σωματικής υπόστασης του μουσικού, σε συνεχή αλληλεπίδραση με τις εκάστοτε πτυχές της μουσικής προφορικότητας. Το taksim, ως το μουσικοποιητικό εργαλείο αιχμής επάνω στην παραλλαγή, επεξεργασία και μεταμόρφωση πολλών ανατολικο-μεσογειακών τροπικών παραδόσεων, αποκτά μια οικουμενική διάσταση, το ίδιο οικεία στο χθες όσο και στο σήμερα: αποτελεί τη γέφυρα μεταξύ ροής και στάσης, προσωπικής καινοτομίας και υπακοής στη συλλογική μνήμη, γραμμικής και κυκλικής πορείας, αυτοσχεδιασμού και σύνθεσης. Η παρούσα εργασία ανοίγει μια συζήτηση επάνω στην «επιτόπια» συνθετική πράξη του taksim, όπου η διάκριση των ρόλων μεταξύ συνθέτη και εκτελεστή χάνεται μέσα στις ατέρμονες ροές και μεταμορφώσεις του μελωδικού-προσωδιακού υλικού.

 

 
© 2002-2018 Περιοδικό Πολυφωνία