αρχ. σελίδασυντακτική ομάδατρέχον τεύχοςπροηγ. τεύχηαναζήτησηοδηγίεςεπικοινωνίαenglish

 

τεύχος 14
(Άνοιξη 2009)

περιεχόμενα

περιλήψεις

βιογραφικά

περιλήψεις

 

Ιωάννης Φούλιας: Οι μορφές σονάτας και η θεωρητική τους εξέλιξη: Θεωρητικοί του 20ού αιώνος (Β΄)

 

Το έβδομο τμήμα της παρούσας εκτενούς επισκόπησης της θεωρητικής εξέλιξης των μορφών σονάτας από τον 18ο έως τον 20ό αιώνα ανοίγει την εξέταση του κυρίαρχου – από τα μέσα του 20ού αιώνος έως σήμερα – ρεύματος στην θεωρία της σονάτας, ρίχνοντας εν πρώτοις φως στο αμφιλεγόμενο εγχείρημα του Leonard Gilbert Ratner να αναδείξει τα αρμονικά θεμέλια οιασδήποτε μορφής σονάτας (αντί του θεματικού της περιεχομένου) με – ενίοτε επισφαλείς, παρερμηνευμένες ή παραποιημένες – αναφορές σε αρκετές ιστορικές πηγές του 18ου και του 19ου αιώνος. Παρ’ όλα αυτά, άλλες συμβολές που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση, όπως αυτές των Jens Peter Larsen και William Stein Newman, είναι λιγότερο μονόπλευρες, πιο ευέλικτες και εν τέλει περισσότερο επιτυχείς στην προσπάθειά τους να ανακατασκευάσουν κριτικά το παραδοσιακό θεωρητικό πλαίσιο για τις μορφές σονάτας. Επιπροσθέτως, η αξιοπρόσεκτη έρευνα του Rey Morgan Longyear αποσαφηνίζει πολλά ζητήματα αναφορικά με τον αρμονικό σχεδιασμό οιουδήποτε δομικού τύπου σονάτας εν γένει και τις προδιαγραφές της (συχνά παραγνωρισμένης) διμερούς μορφής σονάτας ειδικότερα. Λιγότερο γνωστή, αλλά εξόχως αποκαλυπτική, είναι η μελέτη του Klaus Ferdinand Heimes περί την προέλευση της “αρχής της τριμερούς σονάτας” και την πραγματική της σχέση προς την αντίστοιχη διμερή κατά το πρώτο ήμισυ του 18ου αιώνος, ενώ η εργασία του László Somfai για τις σονάτες για πληκτροφόρο του Joseph Haydn εμπεριέχει μια σαφή διάκριση των τριών απλών τύπων σονάτας (του τριμερούς, του διμερούς και εκείνου χωρίς επεξεργασία), καθώς επίσης πολλές ενδελεχείς – και ιστορικά ενημερωμένες – επισημάνσεις όσον αφορά την αλληλεπίδραση των αρμονικών, θεματικών και υφολογικών στοιχείων σε μια μορφή σονάτας.

 

 

Risto Pekka Pennanen: Οργανολογική εξέλιξη και εκτελεστική πρακτική του ελληνικού μπουζουκιού (μέρος Α΄)

 

Η παρούσα εργασία πραγματεύεται διάφορα ζητήματα που αφορούν στο τρίχορδο και το τετράχορδο μπουζούκι: την ετυμολογία του όρου και άλλων σχετικών ορολογιών, τη δομική εξέλιξη της οικογένειας οργάνων αυτού του τύπου, την ηχητική και την χωροταξική οργάνωση των ορχηστρών με μπουζούκια, τα διαφορετικά κουρδίσματα και τη χρήση τους, καθώς και τη δακτυλοθεσία των δυο τύπων μπουζουκιού. Το μπουζούκι εντάσσεται στο γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο του εκμοντερνισμού και εκδυτικισμού, προωθώντας έτσι μια ευρύτερη θεώρηση του οργάνου από τη συνήθη ελληνοκεντρική. Στις πηγές συμπεριλαμβάνονται εμπορικές ηχογραφήσεις και κινηματογραφικές ταινίες, καθώς και οπτικοακουστικό υλικό επιτόπιας έρευνας. Η μεθοδολογία της παρούσας εργασίας βασίζεται σε φιλολογική ανάλυση, κριτική των ιστορικών πηγών, εικονογραφική ανάλυση και ανάλυση της δακτυλοθεσίας σε συνδυασμό με μουσική ανάλυση.

  

  

Αγγελική Σκανδάλη: Η διδασκαλία της μονωδίας στο Ωδείο Αθηνών και το Ελληνικό Μελόδραμα, 1900-1939

 

Στο άρθρο αυτό επιχειρείται μια σύντομη μελέτη στοιχείων από τις Λεπτομερείς Εκθέσεις του Ωδείου Αθηνών, καθώς αναζητούνται πιθανές διασυνδέσεις της λειτουργίας των τάξεων μονωδίας με τη δράση ελληνικών θιάσων μελοδράματος του Διονυσίου Λαυράγκα. Από τη μελέτη γίνεται φανερό ότι η μελοδραματική δραστηριότητα του Ωδείου Αθηνών τοποθετείται στον ίδιο ιστορικό χρόνο με τις πρώτες συστηματικότερες προσπάθειες καλλιέργειας της όπερας στην Ελλάδα. Μαθητές από τη Σμύρνη, την Κρήτη, τη Ρουμανία και άλλες περιοχές της Ν.Α. Ευρώπης ελκυσθήκαν και θέλησαν να διδαχθούν τη λυρική τέχνη, χωρίς όμως να είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι επηρεάσθηκαν από τις παραστάσεις του Ελληνικού Μελοδράματος. Πάντως, ο ρυθμός διορισμών καθηγητριών της μονωδίας στο Ωδείο ακολουθεί τις εξορμήσεις του Ελληνικού Μελοδράματος. Τα κριτήρια επιλογής των ρεπερτορίων για τις συναυλίες και τις παραστάσεις των καλλιτεχνών του Ωδείου Αθηνών είναι δυτικοευρωπαϊκά και δίνουν προτεραιότητα στη γερμανική και τη γαλλική μουσική. Μετά το 1916, πιθανώς λόγω της παρουσίας στο Ωδείο του Στέφανου Βαλτετσιώτη, εμφανίζεται ισχυρή η εκπροσώπηση των βεριστικών έργων στα ρεπερτόρια του Ωδείου Αθηνών, κάτι που ομοιάζει με τις πρακτικές των ιταλικών και ελληνικών μελοδραματικών θιάσων της εποχής. Αποσπάσματα από ελληνικές όπερες ακούσθηκαν σε συναυλίες και παραστάσεις του Ωδείου Αθηνών. Όπερες του Διονυσίου Λαυράγκα, ωστόσο, δεν ακούσθηκαν στο Ωδείο Αθηνών, παρά το γεγονός ότι ο συνθέτης ανήκε στο διδακτικό προσωπικό του ιδρύματος.

  

  

Χρήστος Ηλ. Κολοβός: Μιλτιάδης Καρύδης· Ντάντσιχ, 1923 – Αθήνα, 1998. Δέκα χρόνια απουσίας

 

Δεκαπέντε χρόνια νεώτερος του Οδυσσέα Αχιλλιέσοβιτς Δημητριάδη (1908-2005) του Θεάτρου Μπαλσόι της Μόσχας, ο Μιλτιάδης Καρύδης (1923-1998), όπως άλλωστε και ο Δημητριάδης, κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις στην τέχνη της διευθύνσεως ορχήστρας παγκοσμίως. Και οι δύο, στ’ αχνάρια του Δημήτρη Μητρόπουλου (1896-1960), κατέκτησαν την κορυφή, μην παύοντας να εργάζονται με τον ίδιο ζήλο και πόθο – ζώντας μιαν ασκητική ζωή σε γενικές γραμμές – έως την τελευταία στιγμή του βίου τους.

Στο αναδρομικό αυτό άρθρο θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε την καλλιτεχνική διαδρομή του – γεννημένου στο Ντάντσιχ της τότε Γερμανίας – Μιλτιάδη Καρύδη, σταθμεύοντας και εμείς σε όλες τις στάσεις που και ο ίδιος έκανε κατά τη διάρκεια της ζωής του: Δρέσδη, Αθήνα, Αυστρία (Βιέννη – Γκρατς· σπουδές, εργασία), Γερμανία, Δανία, Νορβηγία, Ντούισμπουργκ, Αθήνα. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξειδιού του, το οποίο διήρκεσε όσο ολόκληρη η ζωή του, ο Καρύδης επέστρεψε σε κάποιες πόλεις / χώρες αργότερα. Προσέφερε το βιός του ολάκερο χωρίς εκπτώσεις στην ίδια του την τέχνη, με το βαρύ τίμημα να μας «αφήσει» νωρίς, χωρίς ακόμη να έχει εκπληρώσει όλα του τα όνειρα. Λένε όμως πως ένας άνθρωπος πεθαίνει, όταν ο κόσμος πάψει να τον θυμάται, να τον «μελετάει». Αυτό με τον Καρύδη δε συνέβη και ούτε πρόκειται να συμβεί. Άλλωστε, η μουσική του είναι καταγεγραμμένη σε πάνω από 50 ψηφιακούς και μη δίσκους – τους οποίους σας παρουσιάζουμε στη μελέτη μας αυτή – γεγονός που τον κρατάει παρόντα ανάμεσά μας.

Θα επιχειρήσουμε μια πρώτη γνωριμία με αρκετά έργα του ρεπερτορίου του και με μερικούς απ’ τους σολίστες που συνεργάστηκε. Θα δούμε τη σχέση του με την ελληνική μουσική και κάποιες επικρίσεις ιθυνόντων της εποχής του, τόσο για το εν λόγω ζήτημα όσο και για άλλα αφορούντα σ’ εκείνον καλλιτεχνικά θέματα· πρόκειται για ανθρώπους υπεράνω πάσης υποψίας, ταγούς, πολλές φορές, των μουσικών μας πεπραγμένων, όπως ο Χατζιδάκις. Θα μάθουμε κάποιες σκέψεις του Καρύδη, τη σχέση του με την Ενάτη του Μπετόβεν και, μέσω ελαχίστων δειγμάτων από την αλληλογραφία του, πώς τον έβλεπαν διάφοροι σύγχρονοί του σπουδαίοι συνθέτες, των οποίων πολλά έργα ερμήνευσε σε πρώτη εκτέλεση. Το άρθρο συνοδεύεται επίσης από ενδεικτικό φωτογραφικό υλικό.

 

 

Γιάννης Σβώλος: Μια απόπειρα ερμηνείας των καταβολών της μουσικής πρωτοπορίας στην Ελλάδα

  

Για την έντεχνη μουσική στην Ελλάδα, η δεκαετία του 1960 είναι εποχή αποφασιστικών τομών και εκκινήσεων προς νέες κατευθύνσεις, σύμφωνες με το πνεύμα της εποχής που επιτάσσει τον γρήγορο εξευρωπαϊσμό του τόπου. Οι αλλαγές υλοποιούνται στο πεδίο μιας πολιτικής ζωής που καθορίζεται από την μετεμφυλιοπολεμική επικράτηση της καραμανλικής Δεξιάς. Σημεία καμπής αποτελούν η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στις 21 Απριλίου 1967 και η μεταπολίτευση του 1974. Η ανυπαρξία οργανωμένων αρχείων για την μουσική ζωή και η συνακόλουθη απουσία σε βάθος τεκμηριωμένης Ιστορίας της ελληνικής έντεχνης μουσικής καθιστούν σήμερα δυσδιάκριτο το κλίμα και τις ακυρωμένες δυνατότητες της περιόδου 1960-1974. Σε σύγκριση προς τον κεντροευρωπαϊκό, ο Ελληνικός Μουσικός Μοντερνισμός (EMM) πάσχει στο ξεκίνημά του από μείζον κενό ενημέρωσης, έχει αβαθείς ρίζες, διαφορετική αιτιολογία ανάδυσης και έλλειψη εκπαιδευτικής και κοινωνικής γείωσης. Οι έλληνες μοντέρνοι είναι επαναστάτες χωρίς παρελθόν και σχεδόν δίχως εξαίρεση σπουδάζουν όλοι στο εξωτερικό. Την ανάδυση του ΕΜΜ κατέστησαν εφικτή το ιστορικό τέλος της Εθνικής Μουσικής Σχολής και οι αλλαγές κατευθύνσεων στο πολιτιστικό και ιδεολογικό τοπίο που επέφεραν οι αναστατώσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου. Αφαιρετική, απολιτική, κοινωνικά και ιδεολογικά ασηπτική, η προοδευτικότητα του ΕΜΜ επέτρεψε στην άρχουσα τάξη να επενδύσει σε αυτόν, εγγυήθηκε την επιβίωσή του στην διάρκεια της Επταετίας και διευκόλυνε την συνύπαρξη δημιουργών που διέφεραν έντονα. Την εκκίνηση και διαμόρφωση του ΕΜΜ βοήθησαν καίρια οι παροχές και τα εισαγόμενα εναύσματα που πρόσφερε η πολύμορφη πολιτιστική δράση νεοϊδρυθέντων μορφωτικών ιδρυμάτων από ξένες χώρες (ΗΠΑ, Γερμανία, Ιταλία). Η ιστορία του ΕΜΜ ταυτίζεται με τον βίο και την δημιουργία ομάδας δημιουργών (Αδάμης, Δραγατάκης, Σισιλιάνος, Γ. Α. Παπαϊωάννου, Ιωαννίδης, Μαμαγκάκης, Κουρουπός, Σφέτσας κ.ά.), στις προσωπικές γλώσσες των οποίων διακρίνονται ποικίλες καταβολές (Εθνική Σχολή, παραδοσιακή και βυζαντινή μουσική, κυρίαρχες εκδοχές του ευρωπαϊκού μοντερνισμού κ.λπ.). Οι πλέον εξέχοντες έλληνες συνθέτες της εποχής, Χρήστου και Ξενάκης, παρέμειναν μονήρεις διεθνείς δημιουργοί και δεν δημιούργησαν σχολή. Αντίθετα, αποφασιστική υπήρξε η συνεισφορά των Γ. Α. Παπαϊωάννου, Γιάννη Ιωαννίδη και Θόδωρου Αντωνίου, που δίδαξαν επί μακρόν σύνθεση και σύγχρονες τεχνικές σε διαδοχικές γενεές νεώτερων δημιουργών. Ειδικής αντιμετώπισης χρήζουν η συνολική δράση και το έργο του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή, πλούσια και ορατή, η δραστηριοποίηση των αντιπροσώπων του ΕΜΜ στο πλαίσιο της εγχώριας μουσικής ζωής της περιόδου 1960-1980 περιλαμβάνει ίδρυση συνόλων, θεσμών, διεθνείς διοργανώσεις και ευρύτατη συμμετοχή στην επίσημη πολιτιστική ζωή. Κατά τα ώριμα χρόνια της μεταπολίτευσης, η λαϊκιστική τροπή των πολιτιστικών πραγμάτων εμποδίζει τους ώριμους αντιπροσώπους του ΕΜΜ που είχαν καταλάβει θέσεις σε οργανισμούς και θεσμούς να διαμορφώσουν βιώσιμες καταστάσεις, ώστε να πραγματώσουν τους ουσιαστικούς οραματισμούς και τις προοπτικές του γεμάτου υποσχέσεις ξεκινήματος της δεκαετίας του 1960. Το συσσωρευμένο μουσικό έργο παραμένει άγνωστο και οι εξελίξεις οδηγούν σε παρακμή και μαρασμό. Σήμερα, στο χώρο της σύγχρονης ελληνικής μουσικής κυριαρχούν μείζονες αντιφάσεις. Ως κυριότερες εξ αυτών ξεχωρίζουν: η άγνοια και αγνόηση του παρελθόντος, η απουσία εμβληματικών νέων έργων, το αύξον πρόβλημα ταυτότητας και ποιότητας μουσικής γλώσσας, και τέλος, η κρίση σε στίγμα και βάρος παραγόμενου μουσικού έργου. Κρίσιμα ανοιχτά ερωτήματα προς μελλοντική διερεύνηση είναι το αν στην περίπτωση του ΕΜΜ το «μοντέρνο» ταυτίζεται απόλυτα με (και εξαντλείται) στην έννοια του «σύγχρονου», ποία είναι η θέση και η βιωσιμότητα του ιστορικού ΕΜΜ και των επιβιώσεών του στο πλαίσιο της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, ποίες οι σχέσεις ΕΜΜ και Αριστεράς, ποία η σχέση ΕΜΜ και μουσικής εκπαίδευσης. Η διαλεύκανση των παραπάνω θα επιτρέψει να απαντηθεί τεκμηριωμένα το κατά πόσον ο Ελληνικός Μουσικός Μοντερνισμός υπήρξε ως αρθρωμένο κίνημα, με την πιο σοβαρή έννοια του όρου, και, εν τέλει, αν αυτός ήταν ξεκίνημα ή «χαμένη άνοιξη».

 

 

Αναστασία Κακάρογλου – Καίτη Ρωμανού: Απόσπασμα από το De l’état actuel de lart musical en Égypte του Guillaume André Villoteau (Γ΄)

 

Συνεχίζοντας την δημοσίευση μετάφρασης της μελέτης του Guillaume André Villoteau «De la musique grecque moderne», που αποτελεί το τέταρτο κεφάλαιο της διατριβής του με τίτλο De l’état actuel de l’art musical en Égypte(1826), δίδεται εδώ το «Άρθρο 5». Σε αυτό, ο Βιλοτώ μεταφέρει όσα περί σύνθεσης των σημαδιών δίδονται στην Παπαδική που μεταφράζει· αντιγράφει όλες τις δυνατές συνθέσεις και προτείνει την δική του ερμηνεία, στο πεντάγραμμο. Όλα τα μουσικά παραδείγματα στην μετάφραση που έγινε για την Πολυφωνία έχουν φωτογραφηθεί από την έκδοση του Βιλοτώ.

 

 

 
© 2002-2016 Περιοδικό Πολυφωνία