αρχ. σελίδασυντακτική ομάδατρέχον τεύχοςπροηγ. τεύχηαναζήτησηοδηγίεςεπικοινωνίαenglish

 

τεύχος 9
(Φθινόπωρο 2006)

περιεχόμενα

περιλήψεις

βιογραφικά

περιλήψεις

 

Γεώργιος-Ιούλιος Παπαδόπουλος: Η μουσική ως παραστατική τέχνη: στοχασμοί για τη μεταφυσική και την οντολογία του μουσικού έργου

 

Οι περισσότεροι έγκυροι μελετητές που ασχολήθηκαν με την ανάλυση και την κριτική θεωρία της μουσικής είχαν δύο βασικούς στόχους: να επισημάνουν τις προθέσεις του συνθέτη και να επηρεάσουν την αντίληψη του ακροατή. Τέτοιες προσεγγίσεις κανονιστικού χαρακτήρα, όμως, παραμερίζουν εντελώς τη φύση της μουσικής ως παραστατικής τέχνης και συνάμα αλλοιώνουν την ίδια την έννοια του μουσικού έργου ως αθροίσματος του μουσικού κειμένου και των πραγματώσεών του (δηλαδή των «εκτελέσεων»). Στο άρθρο αυτό υποστηρίζεται ότι κάθε προσπάθεια αναλυτικής θεώρησης ενός μουσικού έργου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις υποστασιοποιήσεις του, δηλαδή τις εκτελέσεις-ερμηνείες που αυτό δύναται να εμπνεύσει.

Προκειμένου να καταδειχθεί ο ισχυρισμός αυτός, εξετάζονται αντιπροσωπευτικά κείμενα τριών φιλοσόφων που έχουν γράψει εκτενώς για την αισθητική της μουσικής και την οντολογία του μουσικού έργου – των Jerrold Levinson, Peter Kivy και Lydia Goehr. Ορισμένα από τα ερωτήματα που τίθενται και αναλύονται κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης των επιχειρημάτων μας είναι τα εξής: Τι είναι «δημιουργία» στη μουσική; Είναι ο συνθέτης «δημιουργός», και με ποια έννοια; Τι είναι το «μουσικό έργο» και πότε αυτό θεωρείται ολοκληρωμένο; Βασικό συμπέρασμα της πραγμάτευσης αυτής είναι η ανάγκη για μια συμβιωτική σχέση ανάλυσης και εκτέλεσης, καθώς επίσης η παραδοχή ότι το μουσικό έργο είναι πολυσήμαντο και άρα ένα «κείμενο» που πρέπει να παραμένει διαρκώς ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνείες.

 

 

Καίτη Ρωμανού: Στοχαστικά «Παιχνίδια»

 

Στο άρθρο αυτό παρουσιάζονται ομοιότητες μεταξύ της φιλοσοφίας της μουσικής και του έργου των Claude Debussy και Ιάννη Ξενάκη, οι οποίες εντοπίζονται ιδίως στο μπαλέτο Jeux [Παιχνίδια] του πρώτου και στις Μεταστάσεις και τα στοχαστικά έργα που τις ακολούθησαν του δεύτερου. Οι ομοιότητες αυτές φαίνεται να προχωρούν παράλληλα (δίχως καμμία επαφή) με ό,τι γίνεται αντιληπτό ως η εξέλιξη της δυτικής μουσικής στον 20ό αιώνα.

Οι συνθέτες αυτοί παρατήρησαν την κυρίαρχη (γερμανική) παράδοση ως ξένοι και αμφισβήτησαν γνωρίσματά της που εθεωρούντο σύμφυτα στη μουσική δημιουργία και πρόσληψη από τους “παραδοσιακούς” καινοτόμους (δηλαδή τους σειραϊστές): την γραμμικότητα της μουσικής υφής, της μορφής και του ρυθμού. Στοχεύοντας στην αληθινή μίμηση της φύσης, οι Debussy και Ξενάκης συνέλαβαν ηχητικές επιφάνειες και μάζες, όπου ο χρόνος γίνεται αντιληπτός χωρίς την ερμηνεία της μνήμης, ο ρυθμός δεν έχει περιοδικότητα, η μορφή δεν ακολουθεί κάποια κατεύθυνση και η δημιουργική σκέψη δεν απαιτείται να παρακολουθείται από τον ακροατή.

Η ριζοσπαστική τους αντιμετώπιση, σε συνδυασμό με την επιρροή της γερμανικής παραδόσεως επί της μουσικής ερμηνευτικής, έκανε το έργο τους μη ελκυστικό στις επιστήμες της μουσικής ανάλυσης και ιστοριογραφίας, παρά την συμφωνία του με τις επιστημονικές προόδους κατά τον 20ό αιώνα. Το γεγονός αυτό, από κοινού με την πολιτιστική πολιτική του Ψυχρού Πολέμου, είχε ως αποτέλεσμα την διαμόρφωση, κατά την δεκαετία του 1970, ενός κανόνα κατάταξης των συνθετών του 20ού αιώνα, σύμφωνα με τον οποίο τόσο ο Debussy όσο και ο Ξενάκης τοποθετούνται στην χαμηλότερη βαθμίδα.

 

 

Τάσος Κολυδάς: Ο μετασχηματισμός του ρεπερτορίου της κιθάρας στις αρχές του 20ού αιώνα

 

Στο άρθρο εξετάζεται η διαδικασία καθιέρωσης της κιθάρας ως οργάνου της δυτικοευρωπαϊκής μουσικής, κατά τη διάρκεια της οποίας το περιεχόμενο του ρεπερτορίου αποτέλεσε θεμελιώδες ζήτημα. Εξετάζονται τα γνωρίσματα από τα προγράμματα ξένων κιθαριστών κατά την περίοδο από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού. Καταγράφονται μερικά από τα δημοφιλέστερα έργα που περιλαμβάνονται στο ρεπερτόριο κιθαριστών στη Δυτική Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική και την Ελλάδα. Σχολιάζεται η τάση μεταφοράς συνθέσεων στην κιθάρα (διασκευές) από το ρεπερτόριο άλλων οργάνων – που επικρατούσε μέχρι το 1930 – και η πρακτική που εγκαινίασε ο Andrés Segovia με την παραγγελία έργων σε συνθέτες-μη κιθαριστές. Διευκρινίζονται, δηλαδή, οι συνθήκες, υπό τις οποίες διευρύνθηκαν για πρώτη φορά οι ορίζοντες του οργάνου και οδήγησαν σε μια ραγδαία αύξηση της παραγωγής πρωτότυπων έργων για κιθάρα.

 

 

Κώστας Τσούγκρας: Η εναρμόνιση ελληνικών λαϊκών μελωδιών από τους M. Ravel και Γ. Κωνσταντινίδη – Συγκριτική μελέτη των έργων και της σχέσης τους με τις Εθνικές Μουσικές Σχολές

 

Η παρούσα εργασία επιχειρεί μια συγκριτική μελέτη των εναρμονίσεων – επεξεργασιών για φωνή και πιάνο – ελληνικών παραδοσιακών μελωδιών από δύο διαφορετικής εθνικότητας συνθέτες: το Γάλλο Maurice Ravel και τον Έλληνα Γιάννη Κωνσταντινίδη. Η μελέτη αφορά κυρίως τις τεχνικές επεξεργασίας του τροπικού μονοφωνικού υλικού και γίνεται μέσα από τη συγκριτική ανάλυση επιλεγμένων αποσπασμάτων από τα έργα Cinq mélodies populaires grecques για σοπράνο και πιάνο του Ravel και Είκοσι τραγούδια του Ελληνικού λαού για φωνή και πιάνο του Κωνσταντινίδη. Η μελέτη αποκαλύπτει την ύπαρξη κοινών γνωρισμάτων στην αντίληψη και το στόχο των επεξεργασιών καθώς και στα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, δηλαδή στη χρήση των τρόπων, στην επιλογή των αρμονικών στοιχείων και στην ανάπτυξη μοντέλων πιανιστικής συνοδείας. Επίσης, γίνεται σχολιασμός των διαφορών μεταξύ των δύο συνθετών ως προς το υπόβαθρό τους και τα κίνητρά τους για τη σύνθεση αυτών των έργων, καθώς και της σχέσης των έργων με το ρεύμα των ευρωπαϊκών εθνικών μουσικών σχολών.

 

 

Ιωάννης Φούλιας: Οι μορφές σονάτας και η θεωρητική τους εξέλιξη: Θεωρητικοί του 18ου αιώνος (Β΄)

 

Το δεύτερο τμήμα της παρούσας εκτενούς επισκόπησης της θεωρητικής εξέλιξης των μορφών σονάτας από τον 18ο έως τον 20ό αιώνα πραγματεύεται την θεωρία του Heinrich Christoph Koch για την μορφή σονάτας. Ο Koch προσφέρει μια σχετικώς λεπτομερή περιγραφή της κατασκευής της τριμερούς μορφής σονάτας, η οποία μπορεί να εφαρμοσθεί σε κάθε μέρος μιας συμφωνίας ή ενός άλλου πολυμερούς ενόργανου έργου. Υπάρχουν τρεις “κύριες περίοδοι” που ταυτίζονται με τους μεταγενέστερους θεωρητικούς όρους της εκθέσεως, της επεξεργασίας και της επανεκθέσεως: κάθε μια εξ αυτών οφείλει να ακολουθεί συγκεκριμένες τονικές προδιαγραφές, παρουσιάζοντας και αναπτύσσοντας συγχρόνως και κατά τρόπον διαφορετικό μια δεδομένη “Anlage”, δηλαδή μια ακολουθία κυρίων και δευτερευόντων θεμάτων – εκτός από την περίπτωση μιας ιδιαιτέρως αναπτυξιακής μεσαίας ενότητος, όπου μόνο επιλεγμένα θεματικά στοιχεία χρειάζεται να αξιοποιηθούν. Ο Koch εξετάζει επίσης τον διμερή τύπο σονάτας, ο οποίος παλαιότερα συνιστούσε το σημείο αφετηρίας της θεωρίας περί την σονάτα, αλλά μόνον ως μέσο συντόμευσης της βασικής (τριμερούς) μορφής, σε περίπτωση εφαρμογής της σε ένα μάλλον σύντομο αργό μέρος.

 

 

Αλέξανδρος Στουπάκης: Η πρώτη και δεύτερη πρακτική μέσα από έργα του Claudio Monteverdi

 

Το άρθρο αυτό επιχειρεί να προσεγγίσει τη μουσική του Claudio Monteverdi μέσα από τους όρους πρώτη και δεύτερη πρακτική, οι οποίοι προέκυψαν από την διένεξή του με τον θεωρητικό Giovanni Maria Artusi.

Το πρώτο μέρος του άρθρου περιγράφει βήμα-βήμα τα γεγονότα της ιστορικής αυτής διένεξης. Το δεύτερο μέρος είναι μια αναλυτική προσέγγιση της νέας συνθετικής πρακτικής του Monteverdi μέσα από μαδριγάλια του 4ου βιβλίου του. Το δε τρίτο μέρος πραγματεύεται τη Λειτουργία του 1610, όπου μέσα από κατάλληλα παραδείγματα περιγράφεται η ικανότητα του Monteverdi να συνθέτει (όταν θέλει) σύμφωνα με την πρώτη πρακτική.

 

 

 
© 2002-2018 Περιοδικό Πολυφωνία