αρχ. σελίδασυντακτική ομάδατρέχον τεύχοςπροηγ. τεύχηαναζήτησηοδηγίεςεπικοινωνίαenglish

 

τεύχος 7
(Φθινόπωρο 2005)

περιεχόμενα

περιλήψεις

βιογραφικά

περιλήψεις

 

Γιώργος Σακαλλιέρος: Λόγιες εκφάνσεις δημοτικού μέλους στο πέρασμα των χρόνων: το νανούρισμα «Άιντε κοιμήσου κόρη μου…», από τον Bourgault-Ducoudray στον Σκαλκώτα

 

Ο επαναπροσδιορισμός της ελληνικής δημοτικής παράδοσης, ως ανάγνωση του ρεπερτορίου και προσαρμογών της μουσικής εκτέλεσης, αποτελεί προϊόν αστικοποίησης του νεοελληνικού μουσικού πολιτισμού και παράλληλα έκφραση εξευρωπαϊσμού, η οποία συντελείται από τα μέσα του 19ου αιώνα έως και τις αρχές του 20ού. Μέρος αυτού αποτελεί η συλλογή, καταγραφή και έκδοση δημοτικών τραγουδιών, συχνά με εναρμόνιση και πιανιστική συνοδεία. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή αντίληψη για την ελληνική μουσική ως «εξωτικού» προϊόντος και η διάδοση της άποψης ότι το δημοτικό τραγούδι αποτελεί πρώτη ύλη για την δημιουργία έντεχνης μουσικής δημιουργούν ζητήματα ορισμού και περιεχομένου νεοελληνικής δημιουργίας στους Έλληνες συνθέτες. 

Στο πλαίσιο της παρούσας δημοσίευσης, αναλύεται η γνωστή μικρασιατική μελωδία «Άιντε κοιμήσου κόρη μου…», όπως συναντάται εναρμονισμένη: στη συλλογή του Bourgault-Ducoudray Trente mélodies populaires de Grèce et d’Orient (Παρίσι 1876), στη συλλογή Αρίων των Α. Ρεμαντά / Π. Δ. Ζαχαρία (Αθήνα 1917), στην συλλογή Είκοσι δημοτικά τραγούδια με εναρμονίσεις από τον Μανώλη Καλομοίρη (αρ. 6, έκδοση Ζαχαρία Μακρή, Αθήνα 1922) και στο έργο 3 Ελληνικά τραγούδια για βιολί και πιάνο του Νίκου Σκαλκώτα (αρ. 3, Αθήνα 1946/47). Τα συμπεράσματα της αναλυτικής πραγμάτευσης αφορούν στην ατομική αντίληψη των τροπικών μελωδικών χαρακτηριστικών και την σημασία τους για τις επιλογές εναρμόνισης, οριζόμενες και από παραμέτρους «ιστορικής αποκατάστασης» του δημοτικού μέλους και τροπικής του ταυτότητας (Bourgault-Ducoudray, Ρεμαντάς / Ζαχαρίας), ή – από την άλλη πλευρά – σε εφαρμογή υποκειμενικών συνθετικών διαδικασιών (Καλομοίρης, Σκαλκώτας), ως αποτέλεσμα και ενός ιδιαίτερου προσωπικού μουσικού ύφους. Τα δε συγκριτικά στοιχεία για την εναρμόνιση παρατίθενται σε έναν κοινό πίνακα συνολικού αρμονικού υλικού και από τις τέσσερις εκδοχές απέναντι στην κοινή γραμμή της δημοτικής μελωδίας. Παράλληλα λαμβάνονται υπόψη τόσο οι διαφοροποιημένες – αισθητικά και χρονολογικά – επιδράσεις της λόγιας ευρωπαϊκής δημιουργίας (ιδιαίτερα στους Καλομοίρη και Σκαλκώτα), όσο και οι εκάστοτε συνθήκες μιας, περισσότερο ή λιγότερο, επιστημονικής εθνομουσικολογικής αντίληψης, καταγραφής και διαχείρισης της λαϊκής μουσικής κληρονομιάς.

 

 

Γιάννης Πλεμμένος: Τα Μουσικά Όργανα στην Εκκλησιαστική Υμνογραφία

 

Το άρθρο εστιάζει σε μια σχετικά παραμελημένη πλευρά του Βυζαντινού μουσικού πολιτισμού, που είναι η παρουσία μουσικών οργάνων στο πλαίσιο της εν χρήσει εκκλησιαστικής υμνογραφίας. Αντλώντας για πρώτη φορά από έναν μεγάλο αριθμό υμνογραφικών πηγών, που περιλαμβάνει τα δώδεκα Μηναία, την Οκτώηχο, το Τριώδιο και το Πεντηκοστάριο, ο συγγραφέας του εντοπίζει και αναλύει 300 περίπου αναφορές σε μουσικά όργανα από τη μεσο-βυζαντινή και υστερο-βυζαντινή περίοδο. Ο κατάλογος περιλαμβάνει πνευστά όργανα, όπως η σάλπιγξ και ο αυλός, έγχορδα όργανα, όπως η λύρα, η κιθάρα και το ψαλτήριον, κρουστά όργανα, όπως το κύμβαλο και το τύμπανο, όπως επίσης και το «πολύαυλον» όργανον (πρόγονος του εκκλησιαστικού οργάνου), που κατασκευάστηκε στην Κωνσταντινούπολη του 9ου αιώνα, απ’ όπου διαδόθηκε στη Δύση. Οι περισσότερες μνείες οργάνων αφορούν τα πνευστά και ιδίως τη σάλπιγγα (που συμβολίζουν τους αποστόλους και την Δευτέρα Παρουσία) και ακολουθούνται από τα έγχορδα και τα κρουστά (που απεικονίζουν άγιους και αγίες, αντίστοιχα). Το υλικό διασταυρώνεται με φιλολογικές μαρτυρίες της εποχής (ιστορικές αναφορές, χρονικά κ.λπ.) και εικονογραφικές πηγές (μικρογραφίες, εικόνες κ.λπ.), για να ελεγχθεί η αξιοπιστία του. Η ανάλυση δείχνει ότι η πλειονότητα των αναφορών είναι αξιόπιστη ως προς την περιγραφή των τεχνικών χαρακτηριστικών κάθε οργάνου, την ακουστική εντύπωση που προκαλούσε στους ακροατές και τη συμβολική του σημασία.

 

 

Παναγιώτης Πούλος: Ακροάσεις νεωτερισμού: η περίπτωση του Tanburi Cemil Bey (1873-1916) στην σύγχρονη τουρκική μουσική ιστοριογραφία

 

Το παρόν άρθρο είναι μια προκαταρκτική διερεύνηση της διεργασίας παραγωγής του μουσικολογικού λόγου στο πλαίσιο της αφήγησης της σύγχρονης ιστορίας της κλασσικής τουρκικής μουσικής, που χαρακτηρίζεται από τα στοιχεία του νεωτερικού ρεφορμισμού (modernist reformism). Στόχος του κειμένου είναι η υπογράμμιση των σχέσεων μεταξύ αυτού που ο Stock (1996) ονομάζει ιδεολογική βάση και των ρητορικών τεχνασμάτων που χρησιμοποιούνται ως μέσο διαπραγμάτευσης εξουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η οθωμανική μουσική ελίτ λαμβάνει μέρος υιοθετώντας τους όρους του λόγου αυτού, κατασκευάζει και προβάλλει την εικόνα του Tanburi Cemil Bey ως «νεωτεριστή», εξυπηρετώντας την ανάγκη παρουσίας εμβληματικών φυσιογνωμιών στα πλαίσια κατασκευής μιας νεωτερικής μουσικής ταυτότητας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η παρούσα εργασία αναδεικνύει κάποιες διαστάσεις της φυσιογνωμίας του Tanburi Cemil Bey που, ενώ σχετίζονται άμεσα με τη νεωτερική συνθήκη, παραμένουν εκτός της επίσημης αφήγησης της ιστορίας της σύγχρονης τουρκικής μουσικής.

 

 

Γιάννης Σταύρου: Τραγούδια που διδάχτηκαν στα ελληνικά σχολεία κατά τον 19ο αιώνα

 

Η ιστορία της διδασκαλίας της μουσικής στην ελληνική εκπαίδευση είναι ουσιαστικά αδιερεύνητη. Η μελέτη της παρουσιάζει ενδιαφέρον και δίνει χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με την πορεία που ακολούθησε η διδασκαλία της μουσικής, τις αφετηρίες, τα στάδια και τις επιρροές που δέχτηκε. Κατ’ επέκταση, για το παρόν και το μέλλον του μαθήματος. Εξάλλου, η γνώση της ιστορίας της διδασκαλίας οποιουδήποτε διδακτικού αντικειμένου στην εκπαίδευση αποτελεί σημαντικό παράγοντα κατανόησής του. 

Η ιστορική έρευνα διαπιστώνει μια σταθερή εξάρτηση της ελληνικής σχολικής μουσικής από την ευρωπαϊκή μουσική. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα τραγούδια που διδάχτηκαν στα ελληνικά σχολεία να αποτελούν ουσιαστικά αντιγραφή ξένων τραγουδιών, κυρίως από σχολικές μουσικές ανθολογίες ευρωπαϊκών χωρών. Κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα εμφανίστηκαν τραγούδια Ελλήνων συνθετών, στα οποία είναι εμφανείς οι επιρροές από την ευρωπαϊκή μουσική. Το περιεχόμενο των τραγουδιών κινήθηκε αρχικά γύρω από τη θρησκεία, την πολιτική εξουσία, την ηθική και την ανάπτυξη αντίστοιχων συναισθημάτων. Αργότερα προστέθηκαν πατριωτικά τραγούδια, συμβουλευτικά, φυσιολατρικά, καθώς και άλλα, ευρύτερου ενδιαφέροντος. Το άρθρο επιχειρεί να φέρει στην επιφάνεια τις απαρχές της σχολικής μουσικής και να κωδικοποιήσει τα βασικά της χαρακτηριστικά κατά τον 19ο αιώνα. Παρουσιάζεται το ποιητικό κείμενο αντιπροσωπευτικών τραγουδιών της περιόδου καθώς και η μουσική σημειογραφία ορισμένων από αυτά.

 

 

Ιωάννης Φούλιας: «Αντίς για Όνειρο»: Απόπειρα αποκατάστασης και κατανόησης ψηφίδων της Έντεχνης Νεοελληνικής Μουσικής

 

Το 2004, ο Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού – Πολιτιστική Ολυμπιάδα έθεσε σε κυκλοφορία την συλλογή 12 δίσκων ακτίνας «Αντίς για Όνειρο». Έργα Ελλήνων Συνθετών / 19ος – 20ός αιώνας, η οποία εμπεριέχει ηχογραφήσεις 23 ορχηστρικών έργων, 16 έργων μουσικής δωματίου (περιλαμβανομένων ορισμένων κομματιών για σόλο πιάνο), μίας πλήρους όπερας, καθώς και 21 χορωδιακών συνθέσεων αλλά και 29 έντεχνων τραγουδιών για φωνή και πιάνο 39 διαφορετικών και ως επί το πλείστον αντιπροσωπευτικών ελλήνων συνθετών. Στα δύο πρώτα τμήματα του παρόντος κειμένου εξετάζονται εν συντομία τα βασικά κριτήρια επιλογής του συνολικού ρεπερτορίου καθώς και ζητήματα ποιότητος όσον αφορά στην ίδια την έκδοση και στις μουσικές ερμηνείες. Εντούτοις, το μεγαλύτερο μέρος του συγκεκριμένου άρθρου αφιερώνεται στην κριτική παρουσίαση όλων των ηχογραφημένων έργων κατά είδος, ενίοτε ύφος και – όσο αυτό είναι δυνατό – σε χρονολογική σειρά. Αρκετές συνθέσεις τίθενται μάλιστα υπό μια κάπως αναλυτικότερη διερεύνηση, προκειμένου να καταδειχθούν σε αυτές μερικά ιδιαίτερα και αξιοπρόσεκτα χαρακτηριστικά. Επιπροσθέτως, επισημαίνονται κάμποσες δημιουργικές επιρροές ή ενδιαφέρουσες ομοιότητες μεταξύ διαφορετικών συνθετών και “σχολών”, οι οποίες επιτρέπουν μια σύγχρονη και ολιστικότερη προσέγγιση της εξέλιξης της Έντεχνης Νεοελληνικής Μουσικής, πέρα από κάθε ανούσια προκατάληψη του (όχι και τόσο μακρινού) παρελθόντος.

 

 

Ανδριάνα Σουλελέ: Η μουσική για το αρχαίο δράμα. Μια συνέντευξη με τον συνθέτη Γεώργιο Κουρουπό

 

Το αρχαίο ελληνικό θέατρο κατέχει μια πολύ σημαντική θέση στην πολιτιστική ζωή της Ελλάδας. Από τις αρχές του 20ού αιώνα εξέχουσες σκηνοθετικές φυσιογνωμίες παρουσιάζουν έργα του αρχαίου δράματος, συχνά με μεγάλη επιτυχία. Η μουσική αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την αναπαράσταση μιας αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, που βασίζεται στην αρμονική σχέση λόγου, μουσικής και κίνησης. Ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων συνθετών, όπως ο Μάριος Βάρβογλης, ο Κωνσταντίνος Κυδωνιάτης, ο Γιάννης Ξενάκης, ο Γιάννης Χρήστου, έχει μελοποιήσει αρχαίες τραγωδίες, ακολουθώντας ο καθένας το δικό του προσωπικό μουσικό ιδίωμα. Η μουσική γραφή για το αρχαίο δράμα, όμως, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, λόγου χάρη από την αισθητική προσέγγιση του σκηνοθέτη και τις δυσκολίες που προκύπτουν από την ίδια τη μορφή της τραγωδίας. Η συνομιλία μας με τον Γεώργιο Κουρουπό, έναν από τους πιο επιτυχημένους συνθέτες σε αυτό το είδος μουσικής, αναδεικνύει αυτούς τους παράγοντες που διαμορφώνουν σημαντικά τη μουσική επένδυση μιας παράστασης.


 
© 2002-2018 Περιοδικό Πολυφωνία