αρχ. σελίδασυντακτική ομάδατρέχον τεύχοςπροηγ. τεύχηαναζήτησηοδηγίεςεπικοινωνίαenglish

 

τεύχος 2
(Άνοιξη 2003)

περιεχόμενα

περιλήψεις

βιογραφικά

περιλήψεις

 

Στέλιος Ψαρουδάκης: Πρωτογενή αερόφωνα και η αβέβαιη μαρτυρία του Δισπηλιού

 

Ένα διάτρητο οστό, που βρέθηκε το 1995 στον λιμναίο νεολιθικό οικισμό κοντά στο χωριό Δισπηλιό της Καστοριάς, χαρακτηρίσθηκε από τους ανασκαφείς ως πνευστό μουσικό όργανο (αυλός). Εντούτοις, μια σύγκριση του ευρήματος του Δισπηλιού με άλλους νεολιθικούς αυλούς που έχουν βρεθεί στην Ελλάδα, καθώς και με παλαιολιθικούς αυλούς που έχουν βρεθεί σε διάφορα άλλα μέρη του κόσμου, δείχνει ότι υπάρχουν σημαντικές δομικές διαφορές μεταξύ αυτών και ότι ως εκ τούτου δεν μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα ότι το οστό του Δισπηλιού ήταν πράγματι αυλός.

 

 

Δημήτρης Συκιάς: Σχήμα και Πάθος στη μουσική Baroque

 

Κοινές ιδέες και ιδανικά που αφορούν στη σύνθεση και εκτέλεση χαρακτηρίζουν τη νέα εποχή που ξεκινά στις αρχές του 1600 στην Ευρώπη και είναι γνωστή ως περίοδος Baroque. Συνθέτες και θεωρητικοί, όπως οι Athanasius Kircher, Franz Joachim Burmeister, Christoph Bernhard και Johann Mattheson, αναπτύσσουν θεωρίες (Musica Poetica, Θεωρία των Σχημάτων και Affektenlehre, μεταξύ άλλων), δανειζόμενοι ιδέες, όρους και δομές από τη Ρητορική, την αρχαία τέχνη του να γράφει και να εκφράζεται κανείς ορθά. Εξετάζοντας προσεκτικά με ποιό τρόπο λειτουργεί η γλώσσα όταν γράφουμε και όταν ομιλούμε, οι συγγραφείς αυτοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όντως υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα στο λόγο και στη μουσική. Σε αυτό το άρθρο επιχειρείται μια ιστορική αλλά και πρακτική έκθεση της ρητορικής και της μουσικής ρητορικής.

 

 

Χάρης Σαρρής: Τι θαρρείτε… αυτός τη λύρα την έμαθε στο σταυροδρόμι!..

 

Σύμφωνα με έναν διαδεδομένο στην Κρήτη μύθο, όποιος θέλει να μάθει να παίζει την λύρα καλά, πρέπει να πάει σε ένα έρημο σταυροδρόμι τα μεσάνυχτα. Εκεί, χαράζει έναν κύκλο στο έδαφος μ’ ένα μαυρομάνικο μαχαίρι και το καρφώνει στο κέντρο του. Στέκεται μέσα στον κύκλο και αρχίζει να παίζει την λύρα του όπως μπορεί. Έπειτα από λίγο έρχονται τα πνεύματα του σταυροδρομιού. Αυτά δεν μπορούν να τον βλάψουν, εξαιτίας του προστατευτικού κύκλου, οπότε προσπαθούν να τον κάνουν να βγει έξω από αυτόν, υποσχόμενα πως θα του μάθουν να παίζει όπως αυτά. Ο επίδοξος λυράρης πρέπει να είναι θαρραλέος και υπομονετικός ως την αυγή. Τότε τα πνεύματα του ζητούν να τους δώσει κάτι, ό,τι θέλει, προκειμένου να τον διδάξουν. Ο λυράρης βγάζει την άκρη του μικρού του δαχτύλου έξω από τον κύκλο και τα πνεύματα την κόβουν. Δεν αθετούν, όμως, τον λόγο τους. Έπειτα από αυτήν την θυσία, τον μαθαίνουν να παίζει όπως αυτά και εξαφανίζονται.

Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται διάφορες παραλλαγές αυτού του μύθου. Αναλύουμε “βήμα-βήμα” τα μαγικά σύμβολα αυτής της μυητικής τελετουργίας, χρησιμοποιώντας τη δομολειτουργική αναλυτική μέθοδο για τις μαγικές τελετουργίες του Marcel Mauss. Κατόπιν, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το μοτίβο της θυσίας της άκρης του μικρού δαχτύλου, διερευνούμε τον ιδιαίτερο ρόλο του δαχτύλου αυτού στην τεχνική παιξίματος του παλαιού τύπου της κρητικής λύρας. Τέλος, επιχειρούμε να διατυπώσουμε μια ερμηνεία του μύθου μέσα από τη σχέση του ατομικού με το συλλογικό, στο πλαίσιο της μετάδοσης της μουσικής σε παραδοσιακές κοινωνίες, όπως αυτή της Κρήτης.

 

 

Δημήτριος Μπαλαγεώργος: Τα Υμνοψαλτικά της Μεγάλης Εβδομάδος

 

Με την παρούσα μελέτη γίνεται μια προσπάθεια να φωτισθεί το κάλλος τριών λειτουργικών τεχνών – της λειτουργικής, της υμνολογίας και της ψαλτικής – και να προβληθεί το αριστουργηματικό έργο αυτών, που διακονεί τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και την σωτηρία των πιστών, κατά την σημαντικότερη περίοδο του εκκλησιαστικού έτους, την Μεγάλη Εβδομάδα. Προσεγγίζονται οι μεγαλοβδομαδιάτικες κατανυκτικές λατρευτικές πράξεις, με την πυκνότητα των θεμάτων, την ποικιλία των αναγνωσμάτων, το πλήθος των τελουμένων, την ανυπέρβλητη ποιητική ωραιότητα των ύμνων, το υψηλό δογματικό και μορφωτικό περιεχόμενο, την θαυμαστή πολυηχία και τους μελικούς σχεδιασμούς, και παρουσιάζονται οι βασικές πτυχές του θείου άσματος και του συμφώνου μέλους των νυχθήμερων ακολουθιών της Αγίας αυτής Εβδομάδος.

 

 

Παναγιώτης Αδάμ: Thomas Mace: Musick’s Monument. Ένα διδακτικό εγχειρίδιο του 17ου αιώνα

 

Tο άρθρο περιγράφει το δεύτερο μέρος του βιβλίου του Mace Musick’s Monument (1676), σε συνδυασμό με συναφή χωρία από άλλες πηγές του μπαρόκ, με στόχο να δώσει μια ιδέα για τα ιδεώδη και τις συνήθειες της εποχής όσον αφορά τη μουσική εκπαίδευση. Δείχνει, μεταξύ άλλων, πως η εκπαίδευση δεν βασιζόταν σε ασκήσεις αλλά σε πραγματική μουσική και στην ανάπτυξη της κρίσεως και της πρωτοβουλίας του σπουδαστή· πως ο αυτοσχεδιασμός και η σύνθεση εθεωρούντο αλληλένδετα και απαραίτητα συστατικά των ικανοτήτων ενός μουσικού· και πως ο χαρακτήρας ενός κομματιού ήταν ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας τόσο για το συνθέτη όσο και για τον εκτελεστή.

 

 

Σμαραγδή Μπούρα: Ο Abu Naşr Muhammad al-Fārābī και η αρχαιοελληνική μουσική κληρονομιά

 

Ο περίφημος άραβας φιλόσοφος Abu Naşr Muhammad al-Fārābī (870-950 μ.Χ.) υπήρξε μια από τις διαπρεπέστερες και γοητευτικότερες μορφές της αραβικής πνευματικής και πολιτιστικής αναγέννησης. Ο “δεύτερος δάσκαλος” μετά τον Αριστοτέλη – όπως τον αποκαλούσαν οι σύγχρονοί του – ήταν αναγνωρισμένος για τις υψηλές πνευματικές του δραστηριότητες, οι οποίες περιελάμβαναν την μετάφραση και τον σχολιασμό σημαντικών αρχαιοελληνικών φιλοσοφικών κειμένων, την ανάπτυξη χαρακτηριστικών φιλοσοφικών και πολιτικών θεωριών και τις μουσικές του διδαχές. Παρ’ ότι οι πραγματείες περί μουσικής του al-Fārābī αποτελούν ένα μικρό μόνο μέρος του συνολικού έργου του, η συμβολή του στον επιστημονικό κλάδο της μουσικολογίας είναι ανεκτίμητη. Εκτός από το Μεγάλο Βιβλίο της Μουσικής (Kitāb al-mūsīqī al-Kabīr) – ένα απόλυτα εξέχον έργο, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μια “εγκυκλοπαίδεια” της μουσικής της εποχής εκείνης – έχουμε ακόμη στην διάθεσή μας τις δύο πραγματείες του περί ρυθμού και ένα τμήμα για την μουσική από το βιβλίο του περί της “Κατηγοριοποίησης των επιστημών”.

Η βασική ιδέα που εισάγεται από τον μελετητή στην εισαγωγή του Μεγάλου Βιβλίου της Μουσικής είναι ότι η σπουδή της μουσικής είναι μια μορφή “θεωρητικής τέχνης” και ότι ως τέτοια αποτελείται από “αρχές” και από “αυτά που τις ακολουθούν”. Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε ήδη στο πεδίο της φιλοσοφίας ως της γενικής “θεωρητικής τέχνης” – της “τέχνης” της φιλοσοφίας που βασίζεται στο αριστοτελικό λογικό μοντέλλο, το οποίο στηρίζεται στην σχέση “αιτίου” και “αιτιατού”. Το Μεγάλο Βιβλίο της Μουσικής αποτελείται από δύο μέρη: το εισαγωγικό πρώτο μέρος τιτλοφορείται «Εισαγωγή στην Τέχνη της Μουσικής» και εισάγει τις “αρχές” της χαρακτηριστικής μουσικοθεωρητικής μεθόδου του al-Fārābī, συνιστώντας ένα είδος επιστημολογίας αυτής της επιστήμης· το δεύτερο και κύριο μέρος υπό τον τίτλο «Η Τέχνη της Πρέπουσας Μουσικής» είναι αφιερωμένο στην μελέτη των “υπαρχόντων όντων” αυτής της τέχνης, πράγμα που στην γλώσσα της φιλοσοφίας σημαίνει την οντολογία της μουσικής. Το μέρος αυτό χωρίζεται σε τρία τμήματα που περιλαμβάνουν αυτά που προκύπτουν από τις “αρχές”, δηλαδή τα στοιχεία της Μουσικής Τέχνης και την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένα σύγχρονα μουσικά όργανα και στην μουσική σύνθεση και εκτέλεση.

 

 
© 2002-2016 Περιοδικό Πολυφωνία