αρχ. σελίδασυντακτική ομάδατρέχον τεύχοςπροηγ. τεύχηαναζήτησηοδηγίεςεπικοινωνίαenglish

 

τεύχος 22
(Άνοιξη 2013)

περιεχόμενα

περιλήψεις

βιογραφικά

περιλήψεις

 

Κώστας Καρδάμης: Το φολκλορικό στοιχείο στην όπερα Ο υποψήφιος του Σπύρου Ξύνδα

 

Η κωμική όπερα του Σπυρίδωνος Ξύνδα Ο υποψήφιος (πρεμιέρα: Κέρκυρα, θέατρο San Giacomo, φθινόπωρο 1867) έχει περάσει στην ιστορία της ελληνικής μουσικής των νεώτερων χρόνων ως το πρώτο μελοδραματικό έργο σε ελληνική (και μάλιστα δημοτική) γλώσσα. Εξίσου σημαντική είναι, ωστόσο, η παρουσία σε αυτό του φολκλορικού μουσικού στοιχείου, δεδομένου μάλιστα ότι η πλοκή λαμβάνει χώρα σε ένα κερκυραϊκό χωριό κατά τα τελευταία χρόνια της Βρετανικής Προστασίας. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να προβάλει τη χρήση του εξωαστικού μουσικού στοιχείου στην όπερα του Ξύνδα, υπογραμμίζοντας τη σημασία του φολκλορισμού στη μουσική δημιουργία των Επτανήσων πριν το 1867 και παρέχοντας σειρά υφολογικών παρατηρήσεων και πραγματολογικών στοιχείων σχετιζόμενων με τον Υποψήφιο.

Οι εξωαστικές μουσικές αναφορές στην όπερα του Ξύνδα εξυπηρετούν, τελικά, ένα ευρύ φάσμα στόχων, πέρα από την προφανή τοπική αναφορά στην κερκυραϊκή ύπαιθρο: ενδυναμώνουν την κοινωνική κριτική (που υποφώσκει κάτω από το κωμικό επίχρισμα της πλοκής) και την επεκτείνουν πέρα από το στενό χρονικό πλαίσιο του έργου, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους κατά τις οποίες τα εθνικά ζητήματα βρίσκονταν σε έξαρση, και δίνουν με σαφή τρόπο το στίγμα της μεθενωτικής Επτανήσου, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί από τα νέα κοινωνικά και πολιτισμικά δεδομένα.

  

  

Κωνσταντίνος Γ. Σαμπάνης: Οι παραστάσεις όπερας στην Ζάκυνθο από το 1835 έως την ενσωμάτωση των Επτανήσων στο «Βασίλειον της Ελλάδος» (1864) – Μέρος Β΄

 

Ο «Απόλλων», αρχικώς ξύλινο θέατρο της Ζακύνθου, στήθηκε από τον Ιταλό Gaetano Mele το 1835, οπότε και διεξήχθη η πρώτη οργανωμένη και πλήρης σαιζόν όπερας στην Ζάκυνθο. Για μία εικοσαετία (1835-1855) δεν διεξάγονταν ανελλιπώς και κάθε χρόνο σαιζόν όπερας, αλλά από το 1857 έως και την σαιζόν 1863-1864 υπήρξε αξιοσημείωτη σταθερότητα και κανονικότητα στην κατ’ έτος διεξαγωγή τους. Συνολικώς, από το 1835 έως και την ενσωμάτωση της Ζακύνθου στον κορμό του «Βασιλείου της Ελλάδος» (1864) διοργανώθηκαν επιβεβαιωμένα 19 οργανωμένες σαιζόν όπερας, καθώς και μία σειρά παραστάσεων όπερας διαρκείας λίγων εβδομάδων, ενώ δύο ακόμη σαιζόν μπορούν να χαρακτηρισθούν αμφίβολες και μία σειρά παραστάσεων ως πιθανώς γενόμενη. Υπολογίζεται ότι από το 1835 έως και το 1864 πραγματοποιήθηκαν συνολικώς 115-125 παραγωγές οπερών, εκ των οποίων είναι απολύτως επιβεβαιωμένες προς το παρόν οι 90, ενώ 5 ακόμη είναι σφόδρα πιθανολογούμενες βάσει ισχυρότατων ενδείξεων. Πρόκειται για 57 διαφορετικές όπερες, 14 συνθετών, κυρίως των Donizetti, Bellini, Verdi και Rossini. Ο μικρός πληθυσμός της Ζακύνθου, καθώς και το γεγονός ότι αυτή ήταν μια μικρή περιφερειακή οπερατική «αγορά», συνετέλεσαν στο να συνεργασθούν με το θέατρο του νησιού ιταλικοί θίασοι κυρίως μέτριας ή και χαμηλής ποιότητος, αποτελούμενοι συνήθως από νεαρούς και άσημους μονωδούς, λίγοι από τους οποίους απέκτησαν έκτοτε φήμη, ενώ οι περισσότεροι παρέμειναν άσημοι, καθώς και από γηρασμένους μονωδούς, που βρίσκονταν πλέον πολύ κοντά στο τέλος της σταδιοδρομίας τους. Και πάλι όμως, δεν ήταν λίγες οι φορές που, ακόμη και με τέτοιους θιάσους, οι εργολάβοι του «Απόλλωνος» οδηγήθηκαν στην χρεοκοπία. Πάντως, το κοινό της Ζακύνθου γνώρισε και σημαντικούς μονωδούς, όταν αυτοί ήσαν ακόμη νεαροί και άσημοι. Οι σημαντικότεροι λυρικοί καλλιτέχνες που εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω περίοδο στην σκηνή του «Απόλλωνος» ήταν οι πριμαντόνες Antonietta Galzerani, Serafina Rubini, Enrichetta Zani και Argentina Angelini, ο βαρύτονος Davide Squarcia, o μπάσος Luigi Dalla Santa και ο κωμικός μπάσος Leopoldo Cammarano.

 

 

Δημήτρης Καμπόλης: Τα αρβανίτικα τραγούδια στο δημόσιο χώρο: ζητήματα μουσικής πολιτικής

 

Αντικείμενο του άρθρου είναι η παρουσία των αρβανίτικων τραγουδιών στο δημόσιο χώρο. Εξετάζεται η μουσική πρακτική στο πλαίσιο του παλαιού μουσικο-πολιτισμικού περιβάλλοντος, το οποίο φτάνει έως τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου περίπου, όπου κυριαρχούσε ο χορός με τη συνοδεία τραγουδιών που αποδίδονταν αντιφωνικά από τους χορευτές. Γίνεται ειδική αναφορά στις ποικίλες αλλαγές, τόσο σε οικονομικο-κοινωνικό, όσο και σε συμβολικό επίπεδο, μέσα από τις οποίες η αρβανίτικη γλώσσα και μουσική απαξιώθηκαν και παραμερίστηκαν, ως στοιχεία ενός πολιτισμού που χαρακτηριζόταν από γλωσσική ετερότητα. Έμφαση δίνεται στον ρόλο της δισκογραφίας στη διάδοση συγκεκριμένων τραγουδιών, τα οποία αναδεικνύονται ως «παν-αρβανίτικα», εκτοπίζοντας απότομα την προϋπάρχουσα μακραίωνη φωνητική παράδοση.

Συνδυάζοντας τη μελέτη του αρχειακού δισκογραφικού υλικού με συνεντεύξεις μουσικών που δραστηριοποιούνται στα αρβανιτοχώρια και έχουν δισκογραφήσει το σχετικό ρεπερτόριο, αποτυπώνονται, κατά τη μεταπολεμική εποχή, τρεις περίοδοι παρουσίας των αρβανίτικων τραγουδιών στον δημόσιο χώρο. Κεντρικό ρόλο σε αυτές τις περιόδους διαδραματίζει η πρωτοκαθεδρία της δισκογραφίας. Κατά την πρώτη περίοδο, τα κατά τόπους ρεπερτόρια πλήττονται καίρια από την αυτολογοκρισία των γηγενών αλλά και από τα αισθήματα «ντροπής» που καλλιεργήθηκαν συστηματικά στους Αρβανίτες για την γλώσσα και την κουλτούρα τους από διάφορες κατευθύνσεις. Η δεύτερη περίοδος ξεκινά από τη δεκαετία του 1980, όπου με την άνοδο του λαϊκισμού, την ανάπτυξη της αγοράς και του εμπορίου της κασέτας από δισκογραφικές εταιρίες δημοτικού τραγουδιού της Ομόνοιας, επανεμφανίζονται στο δημόσιο χώρο αρβανίτικα τραγούδια «άγνωστα» και «λησμονημένα», τη φορά αυτή επεξεργασμένα μέσα από δημοτικές ορχήστρες, κατά τον ίδιο τρόπο που αυτές επεξεργάζονταν και τα υπόλοιπα δημοτικά. Η τρίτη περίοδος ξεκινά στη δεκαετία του 1990 και φτάνει έως τις μέρες μας. Κατά την περίοδο αυτή η δισκογραφική παρουσία των αρβανίτικων υποχωρεί, ως συνέπεια της ιστορικής συγκυρίας και της ανάπτυξης νέων εθνικισμών στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες.

  

  

Βερονίκη Μαυρίκη: Η παρουσία της αρμόνικας στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και στον ελλαδικό χώρο: Ζητήματα οργανολογίας και ορολογίας

 

Το παρόν άρθρο αποτελεί μια μελέτη πάνω στην αρμόνικα, ένα «ξεχασμένο» πλέον μουσικό όργανο, το οποίο πρωταγωνιστούσε στις «λαϊκές» ορχήστρες της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης στις αρχές του 19ου αιώνα και μετέπειτα στις «λαϊκές» ορχήστρες στον ελλαδικό χώρο έως το 1935. Γίνεται μια πρώτη απόπειρα οργανολογικής προσέγγισης, μέσω της παρουσίασης δύο οργάνων και προφορικών μαρτυριών, καθώς δεν υπάρχουν βιβλιογραφικές και φωτογραφικές πηγές της εποχής που να περιγράφουν την οργανολογική οντότητα της αρμόνικας. Καταγράφονται αναφορές από τη βιβλιογραφία που αποδεικνύουν την ύπαρξη και το ρόλο του οργάνου στη μουσική ζωή της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης καθώς και του ελλαδικού χώρου. Τέλος, τίθεται και το ζήτημα ονοματολογίας του οργάνου, καθώς μέσα από μαρτυρίες και βιβλιογραφικές αναφορές παρουσιάζονται οι διάφορες ονομασίες που έχουν αποδοθεί κατά καιρούς στο συγκεκριμένο μουσικό όργανο.

  

 

 
© 2002-2018 Περιοδικό Πολυφωνία