αρχ. σελίδασυντακτική ομάδατρέχον τεύχοςπροηγ. τεύχηαναζήτησηοδηγίεςεπικοινωνίαenglish

 

τεύχος 18
(Άνοιξη 2011)

περιεχόμενα

περιλήψεις

βιογραφικά

περιλήψεις

 

Κώστας Τσούγκρας: Η Passacaglia για σόλο πιάνο του Νίκου Σκαλκώτα: Παράδοση και καινοτομία σε ισορροπία

 

Ο Νίκος Σκαλκώτας (1904-1949), ένας από τους σημαντικότερους έλληνες συνθέτες του πρώτου μισού του 20ού αιώνα και ένας από τους διαπρεπέστερους μαθητές του Arnold Schoenberg, συνέθεσε την Passacaglia για σόλο πιάνο το 1940, ως μέρος των 32 κομματιών για πιάνο, στη διάρκεια μιας εξαιρετικά παραγωγικής συνθετικής περιόδου. Το έργο είναι γραμμένο σε ατονικό-σειραϊκό ιδίωμα και η κλασική του μορφή παραλλαγών περιλαμβάνει ένα σύντομο δίμετρο θέμα (σε μετρικό οπλισμό 9/8), αποτελούμενο από μια 9φθογγη γραμμή μπάσου με την πολυεπίπεδη αρμονική συνοδεία της, και 20 σύντομες παραλλαγές (όλες τους – εκτός από την τελευταία – επίσης των 2 μέτρων). Κάθε παραλλαγή δομείται πάνω σε χαρακτηριστικά ρυθμικά σχήματα, τα οποία συχνά παραπέμπουν σε ελληνικούς παραδοσιακούς χορευτικούς ρυθμούς, και στο ίδιο μη μεταφερόμενο μπάσο με την αρμονική του συνοδεία. Το έργο παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη οικονομία μουσικού υλικού. Η αυστηρή του μορφή και η αρμονική-δομική του συνέπεια, συνδυασμένες με τον αυστηρά καθορισμένο χαρακτήρα της κάθε παραλλαγής, προβάλλουν ένα νεοκλασικό συνθετικό ύφος, το οποίο συνυπάρχει σε ισορροπία με πρωτοποριακά στοιχεία, όπως πυκνές ατονικές συνηχήσεις, πολύπλοκα ρυθμικά στοιχεία στη μουσική επιφάνεια και δραματικές κορυφώσεις. Η παρούσα εργασία επιχειρεί μια μορφολογική, δομική, μοτιβική και υφολογική ανάλυση του έργου και συνδέει τα προκύπτοντα χαρακτηριστικά με τα στοιχεία του ώριμου ύφους του συνθέτη.

 

 

Θεόδωρος Λούστας: Σημαντικοί έλληνες πιανίστες του παρελθόντος: αναλυτική καταγραφή της δισκογραφίας και συνοπτική βιογραφική αναφορά

 

Στον πρόλογο του παρόντος κειμένου υπάρχουν σύντομες βιογραφικές αναφορές σε διακεκριμένους έλληνες πιανίστες του 19ου και του 20ού αιώνα, οι οποίοι δεν πραγματοποίησαν ηχογραφήσεις. To πρώτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο σε δεκατρείς πιανίστες που σταδιοδρόμησαν κυρίως ή αποκλειστικά ως σολίστες και το δεύτερο σε έξι πιανίστες που εργάστηκαν κυρίως ή αποκλειστικά ως συνοδοί: καταγράφονται όλες οι γνωστές – και εν μέρει τουλάχιστον – οι ιδιωτικές ηχογραφήσεις τους, με συνοπτική βιογραφική πληροφόρηση. Ο Τηλέμαχος Λαμπρινός (1878-1930) πραγματοποίησε στη Λειψία το 1905 τις πρώτες γνωστές ηχογραφήσεις επιφανών ελλήνων πιανιστών. Ο Τιμόθεος Ξανθόπουλος (περ. 1864-1942), o Θησέας Πίνδιος (1886-1934) και η Ήβη Πανά (1895-1967) πραγματοποίησαν ηχογραφήσεις πριν το 1923. Η Άννα Αντωνιάδου-Ξύδη (περ. 1919-1980) πραγματοποίησε σειρά εγγραφών στο Βερολίνο την περίοδο 1938-1939. Συνεργάστηκε με φημισμένες ορχήστρες και αρχιμουσικούς στη Γερμανία, τις Η.Π.Α. κ.α. Η Βάσω Δεβετζή (1927-1987) πραγματοποίησε δισκογραφικές εργασίες σε συνεργασία με “θρυλικούς” ερμηνευτές από την πρώην Σοβιετική Ένωση, όπως οι Νταβίντ Όιστραχ, Μστισλάβ Ροστροπόβιτς και Ρούντολφ Μπαρσάι. O παγκοσμίου φήμης αρχιμουσικός Δημήτρης Μητρόπουλος (1896-1960) υπήρξε και βιρτουόζος πιανίστας. Ερμήνευε συχνά δεξιοτεχνικά έργα για πιάνο και ορχήστρα, εμφανιζόμενος ταυτόχρονα ως πιανίστας και αρχιμουσικός. Μεταξύ των ελάχιστων ηχογραφήσεών του με τη διπλή ιδιότητα του αρχιμουσικού και του πιανίστα, συμπεριλαμβάνονται τρεις εκτελέσεις του Κοντσέρτου αρ. 3 του Σεργκέι Προκόφιεφ. Οι πιανίστες με την εκτενέστερη δισκογραφία είναι η Gina Bachauer (1910-1976) και η Ρένα Κυριακού (1917-1994). Η δισκογραφία της δεύτερης περιλαμβάνει τα πιανιστικά άπαντα των Felix Mendelssohn, Emmanuel Chabrier και Isaac Albéniz, καθώς και πολλές πρώτες παγκόσμιες ηχογραφήσεις (διάφορα έργα των Antonio Soler, Felix Mendelssohn, Jan Ladislav Dussek, John Field και Ιsaac Albéniz). Ο Τάσος Γιαννόπουλος (1898-1970) πραγματοποίησε τη λαμπρότερη διεθνή σταδιοδρομία από όλους τους πιανίστες-συνοδούς. Διασώζονται πολλές ηχογραφήσεις και video από τη συνεργασία του με εκτελεστές παγκοσμίου φήμης, όπως οι βιολονίστες Jacques Thibaud, Henryk Szeryng και Ivry Gitlis. Πολυάριθμες ηχογραφήσεις είναι δυστυχώς σπάνιες και παραμένουν στην αφάνεια για ποικίλους λόγους. Κατά την άποψη του συγγραφέα, η τέχνη πολλών παραγνωρισμένων ελλήνων πιανιστών του παρελθόντος πρέπει να γίνει ευρύτερα γνωστή και να επανεκτιμηθεί.

  

  

Ιωάννης Φούλιας: Οι μορφές σονάτας και η θεωρητική τους εξέλιξη: Ο πέμπτος τύπος σονάτας (“σονάτα κοντσέρτου”) στην θεωρία του 18ου και του 19ου αιώνος

 

Με το ενδέκατο τμήμα της παρούσας εκτενούς επισκόπησης της θεωρητικής εξέλιξης των μορφών σονάτας από τον 18ο έως τον 20ό αιώνα ξεκινά η πραγμάτευση του πέμπτου τύπου σονάτας, ήτοι της εμπλουτισμένης εκδοχής οιασδήποτε αμιγούς μορφής σονάτας με ορχηστρικά ritornelli στα κοντσέρτα της κλασσικής περιόδου. Λαμβάνοντας ως αφετηρία μια συνοπτική σκιαγράφηση της συνθετικής εξέλιξης από την “μορφή ritornello” του ύστερου μπαρόκ στην “μορφή κοντσέρτου” του πρώιμου κλασσικισμού, το παρόν κείμενο παρακολουθεί τον ουσιώδη αυτόν δομικό μετασχηματισμό να αντανακλάται και στα μουσικοθεωρητικά συγγράμματα από τα μέσα του 18ου αιώνος (πρωτίστως των Johann Joachim Quantz και Joseph Riepel), στα οποία μόνον ασαφείς αναφορές σε τεχνικές της σονάτας μπορούν ακόμη να ανιχνευθούν στην “μορφή κοντσέρτου”, έως τα τέλη του ιδίου αιώνος (των Georg Joseph Vogler, Heinrich Christoph Koch και Francesco Galeazzi), όπου ο διμερής είτε τριμερής τύπος σονάτας εκλαμβάνεται πλέον σαφώς ως η βάση της “μορφής κοντσέρτου”, ενώ ο ρόλος των ritornelli τίθεται δραστικά στο περιθώριο. Λίγο πριν το τέλος του 18ου αιώνος, εξ άλλου, ο August Kollmann προβαίνει ήδη στο επόμενο αποφασιστικό βήμα προς την κατεύθυνση της πλήρους ενσωμάτωσης και αφομοίωσης όλων των ορχηστρικών τμημάτων ενός κοντσέρτου σε μιαν απλή τριμερή μορφή σονάτας, η οποία κατόπιν αναπτύσσεται περαιτέρω καθ’ όλην την διάρκεια του 19ου αιώνος από τους Carl Czerny, Adolf Bernhard Marx, Otto Jahn και Ebenezer Prout, μεταξύ άλλων.

  

  

Νίκος Ανδρίκος: Η εκκλησιαστική μουσική παραγωγή στη Λέσβο του 20ού αιώνα: ιστορική – υφολογική προσέγγιση

 

Το παρόν άρθρο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια απόπειρα σκιαγράφησης της δράσης και του έργου μιας ομάδας προσωπικοτήτων, γνωστών για την παρουσία τους στο πεδίο της εκκλησιαστικής μουσικής στη Λέσβο του 20ού αιώνα. Με την αφορμή αυτή, η περίπτωση της Λέσβου εκλαμβάνεται ως ενδεικτική, ώστε να θιγούν θέματα με ευρύτερο μουσικολογικό ενδιαφέρον, που να αφορούν π.χ. στο γεγονός του προφορικού ερμηνευτικού ιδιωματισμού, στη λειτουργία δικτύων διδασκαλίας και προφορικής μετάδοσης, στην αισθητική-μορφολογική ιδιοτυπία που διέπει την πρωτογενή συνθετική παραγωγή κ.ά.

Στη Λέσβο του 20ού αιώνα, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός της ανάπτυξης μιας αυτόνομης ιδιωματικά, τόσο συνθετικής όσο και προφορικής ερμηνευτικής εκδοχής, με άμεση ωστόσο ιστορική και αισθητική αναφορά στο νεωτερικό μοντέλο της «Σχολής της Σμύρνης». Ως βασικό μέγεθος επιρροής στην περιοχή θα πρέπει να εκληφθεί το ευρύ συνθετικό και διδακτικό έργο του Νικολάου Παπαγεωργίου, ενώ το στερεοτυπικό δίπολο των Μιχαήλ Καρύκα – Γεωργίου Κρητικού, που θα δομηθεί από την μεσοπολεμική κιόλας περίοδο, θα έχει ως αποτέλεσμα την συγχρονική λειτουργία δύο παράλληλων δικτύων προφορικής μετάδοσης και πρωτογενούς συνθετικής παραγωγής. Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί πως η όλη κίνηση στο πεδίο της εκκλησιαστικής μουσικής επιτελείται με την ίδια δυναμική, τόσο στον αστικό χώρο της Μυτιλήνης όσο και στις εκάστοτε επαρχίες της λεσβιακής υπαίθρου, με κοινό όμως ειδολογικό χαρακτηριστικό εκείνο της ενσυνείδητης ιδεολογικά διαχείρισης του ιστορικού υλικού με τρόπο εναλλακτικό, πρωτότυπο και νεωτερικό.

 

 

Ίων Ζώτος: Οι Παραλλαγές opus 2 του Chopin και ο Schumann· ο Mozart και ο E. T. A. Hoffmann

  

Το ύστατο αυτό κείμενο του Ίωνος Ζώτου αναγνώσθηκε σε ένα συμπόσιο αφιερωμένο στην 200ή επέτειο από την γέννηση του Chopin το 2010 και ασχολείται κυρίως με την διάσημη και ενθουσιώδη μουσική κριτική του Schumann για τις Παραλλαγές του Chopin πάνω στο “La ci darem la mano” από τον Don Giovanni του Mozart, με έναν τρόπο που ανακαλεί ελεύθερα τα Παραμύθια του Hoffmann.

 

 

Αναστασία Κακάρογλου – Καίτη Ρωμανού: Απόσπασμα από το De l’état actuel de lart musical en Égypte του Guillaume André Villoteau (Ζ΄ – τελευταίο)

 

Στο τεύχος αυτό της Πολυφωνίας ολοκληρώνουμε την δημοσίευση της μετάφρασης του σημαντικού κειμένου του Guillaume André Villoteau «De la musique grecque moderne», που αποτελεί το τέταρτο κεφάλαιο της διατριβής του με τίτλο De l’état actuel de lart musical en Égypte… (1826). Το καταληκτικό «Άρθρο» 10 ολοκληρώνεται με τη μουσική και τους στίχους δύο ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Πρόκειται για δύο από τις πιο πρώιμες μουσικές καταγραφές ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Κατά πάσα πιθανότητα καταγράφηκαν το 1798. Των δύο δημοτικών τραγουδιών προηγείται το κυρίως μέρος του «Άρθρου» 10, που αναφέρεται στις μετατροπίες των ήχων. Όλα τα μουσικά παραδείγματα στην μετάφραση που έγινε για την Πολυφωνία έχουν φωτογραφηθεί από την γαλλική έκδοση του 1826.

 

 

 
© 2002-2016 Περιοδικό Πολυφωνία