αρχ. σελίδασυντακτική ομάδατρέχον τεύχοςπροηγ. τεύχηαναζήτησηοδηγίεςεπικοινωνίαenglish

 

τεύχος 8
(Άνοιξη 2006)

περιεχόμενα

περιλήψεις

βιογραφικά

περιλήψεις

 

Δημήτρης Ε. Λέκκας: Η διατονική βάση της βυζαντινής μουσικής: Συστημική δομική προσέγγιση

 

Η παρούσα εργασία επιχειρεί την αυστηρή θεωρητική διατύπωση της τονικής βάσης της βυζαντινής μουσικής, με βασικό μεθοδολογικό εργαλείο τη συστημική διερεύνηση των καταβολών της και την ερμηνεία των λειτουργικών και ιστορικών μηχανισμών που οδήγησαν τη διαμόρφωση και εξέλιξή της.

Η εργασία επικεντρώνεται στη θεωρητική προτύπωση της κεντρικής επώνυμης κλίμακας αναφοράς της βυζαντινής μουσικής, δηλαδή της σήμερα λεγόμενης «μαλακής διατονικής», που αποτελεί το θεμελιακό και αφετηριακό φθογγολογικό δόμημά της. Η αναζήτηση κινείται σε θεωρητικό επίπεδο και εντάσσεται στις σύγχρονες μεθόδους που πρόσκεινται στην επιστημολογία και στα μαθηματικά: πρώτα διατυπώνεται μια αρχική υπόθεση εργασίας σε σχέση με τη γένεση και εξέλιξη των πρωτογενών συστημάτων τονισμού, και κατόπιν αναπτύσσονται τα παρεπόμενα της υπόθεσης.

Η υπόθεση εργασίας ανάγει την πρώτη δημιουργία του βυζαντινού τονικού συστήματος στους αυλούς και στον πρωτογενή ισομετρικό τρόπο της τρήσης τους από τα βάθη της παλαιολιθικής εποχής, ενώ η συστημική ανάπτυξή του διερευνά τις διαδικασίες που την παραλλάσσουν ελαφρά, διαμορφώνοντας και κατευθύνοντας την πορεία προς την οριστική του τυπολογία. Η ενδελεχής διερεύνηση και τεκμηρίωση υποδεικνύουν, ως εστιακή / αρχέτυπο μορφή του βυζαντινού τονικού συστήματος, τη «σπονδειακή κλίμακα» που αποτελείται από 3 τόνους και 4 «σπονδεία» των ¾ του τόνου (¾, ¾, 1, 1, ¾, ¾, 1), που καταγράφεται από τους Ζαλζάλ, αλ Φαράμπι και Χρύσανθο, ενώ ουσιαστικά εντοπίζεται από τον Αριστόξενο στους αυλητές της εποχής του. Παράπλευρα θίγεται και το ζήτημα άλλων τονικών συστημάτων που συγγενεύουν ή και ταυτίζονται με το βυζαντινό.

Η εργασία αυτή είναι η πρώτη από μία ολόκληρη σειρά τέτοιων αναγωγικών αναλύσεων, που έχουν στόχο να αποτυπώσουν και να ερμηνεύσουν με ενιαίο τρόπο το σύνολο των κύριων τονικών / τροπικών δομημάτων που συναντάμε στις ζώσες και ιστορικές μουσικές της ευρύτατης γεωγραφικής μας περιοχής.

 

 

Ιωάννης Φούλιας: Οι μορφές σονάτας και η θεωρητική τους εξέλιξη: Οι διαφορετικοί τύποι σονάτας – Θεωρητικοί του 18ου αιώνος (Α΄)

 

Το πρώτο αυτό τμήμα μιας εκτενούς επισκόπησης της θεωρητικής εξέλιξης των μορφών σονάτας από τον 18ο έως τον 20ό αιώνα ανοίγει με μια σύντομη συστηματοποίηση των κύριων δομικών τύπων σονάτας, οι οποίοι συνίστανται στην τριμερή μορφή σονάτας, στην διμερή μορφή σονάτας, στην μορφή σονάτας χωρίς επεξεργασία, στην μορφή σονάτας-ρόντο και στην μορφή σονάτας κοντσέρτου που διαιρείται περαιτέρω σε τρία υποείδη (στην τριμερή, στην διμερή και σε εκείνη χωρίς επεξεργασία). Ορισμένες μαρτυρίες των μέσων του 18ου αιώνος, όπως αυτές των J. A. Scheibe και J. J. Quantz, μοιάζουν να αναφέρονται αποκλειστικά στον διμερή τύπο σονάτας, σκιαγραφώντας πρωτίστως το αρμονικό περίγραμμα ενός κομματιού και προσφέροντας δευτερευόντως νύξεις όσον αφορά στα θεματικά του περιεχόμενα. Σαφέστερη είναι η συμβολή του J. Riepel, ο πρακτικός προσανατολισμός του οποίου επιβεβαιώνει και εμπλουτίζει σημαντικά τις γνώσεις μας για την διμερή μορφή σονάτας της εποχής του, ενώ ο ίδιος θεωρητικός μνημονεύει για πρώτη φορά και την τριμερή μορφή σονάτας. Έως περί το 1790, εντούτοις, λιγοστές νέες πληροφορίες για θεματικές και τονικές δυνατότητες των μορφών σονάτας προστίθενται από θεωρητικούς όπως οι G. J. Vogler και J. G. Portmann.

 

 

Μάρκος Σκούλιος: Προφορικές μουσικές παραδόσεις του ελλαδικού χώρου: ζητήματα θεωρητικής ανάλυσης

 

Το άρθρο πραγματεύεται το πρόβλημα της θεωρητικής ανάλυσης των προφορικών μουσικών ιδιωμάτων που συνυπάρχουν σήμερα μέσα στα γεωγραφικά όρια του νεοελληνικού κράτους και της προοπτικής δημιουργίας ενός σύγχρονου μοντέλου εξήγησής τους. Μετά από μία σύντομη ιστορική ανασκόπηση της «τεχνολογίας» της μουσικής στον Ελλαδικό χώρο, επισημαίνεται η μεγάλη διαστηματική, τροπική, μετρική και μορφολογική ποικιλότητα που παρουσιάζουν τα ιδιώματα αυτά, στην οποία και αποδίδεται η δυσκολία δημιουργίας ενός θεωρητικού μοντέλου ανάλυσης που να εξηγεί ικανοποιητικά τις ιδιαιτερότητες του κάθε ιδιώματος. Ακολουθεί μια αξιολόγηση της καταλληλότητας των εν χρήσει θεωρητικών συστημάτων, αυτών δηλαδή της Βυζαντινής εκκλησιαστικής, της λόγιας δυτικής και της λόγιας ανατολικής, ως μοντέλων ανάλυσης και καταγραφής του εν λόγω μουσικού υλικού. Αρχικά εξετάζεται η καταλληλότητα των αναλυτικών μεθόδων και εργαλείων του κάθε συστήματος στο πρωτογενές επίπεδο της θεώρησης των εν χρήσει διαστημάτων και στο δευτερογενές επίπεδο της περιγραφής των περίπλοκων μελωδικών κανόνων και ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της κατηγοριοποίησης των μελωδικών τύπων σε τρόπους. Η αξιολόγηση των παραπάνω μοντέλων ολοκληρώνεται με την εξέταση της αποτελεσματικότητας και λειτουργικότητας του καθενός σε θέματα ρυθμολογικής, μετρικής και μορφολογικής ανάλυσης καθώς και στο θέμα της ακριβούς αποτύπωσης του μουσικού υλικού μέσω ενός συστήματος καταγραφής.

 

 

Nina-Maria Wanek: «[…] Να κατεβώ από τώρα στην Ελλάδα και να εξασκήσω στο νεκροταφείο αυτό επάγγελμα μουσικού, είναι βέβαιη η επιτυχία μου;». Η Μουσική Ζωή στην Ελλάδα από το 1933 έως το 1949

 

Με αυτή τη γνωστή ρήση του Νίκου Σκαλκώτα ως αφετηρία, το άρθρο επιχειρεί να δώσει μια γενική άποψη της μουσικής ζωής στην Ελλάδα των δεκαετιών του 1930 και του 1940. Η περίοδος αυτή δε σημαδεύτηκε μόνο από ιστορικές αλλαγές, αλλά και η ίδια η μουσική επρόκειτο να αλλάξει ριζικά. Η μουσική ζωή έμοιαζε πραγματικά με «νεκροταφείο», όπως την χαρακτήρισε προκλητικά ο Σκαλκώτας; Ποιές ήταν οι επικρατέστερες τάσεις και πώς μπορούσαν να σταθούν συνθέτες που δεν ανήκαν στην Ελληνική Εθνική Σχολή; Το άρθρο θα προσπαθήσει να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά μέσα από την εξέταση άλλων συγχρόνων του Σκαλκώτα συνθετών, σχετικά με τις σπουδές και την καριέρα τους.

 

 

Ειρήνη Νικολάου: Η μουσική παιδεία στη σκέψη των αρχαίων φιλοσόφων

 

Η μουσική στην αρχαία Ελλάδα είχε μία σημασία ευρύτερη από τη σημερινή, καθώς σήμαινε –σε ορισμένες βέβαια περιπτώσεις– την όλη παιδεία και ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον λόγο, την κίνηση και το χορό. H σχέση της μουσικής με την ποίηση ήταν άμεση, καθώς οι λέξεις προσδιόριζαν σε μεγάλο βαθμό στην ελληνική μουσική το ρυθμό της. Η θέση της μουσικής, με την έννοια που της απέδιδαν οι αρχαίοι Έλληνες, αποτελούσε το κέντρο της ελληνικής εκπαίδευσης. Με τους Πυθαγορείους ξεκινά μία παράδοση, η οποία συνεχίστηκε και εξελίχθηκε από το Δάμωνα, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Αριστόξενο. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι τέσσερις πρώτοι αποτελούν τους σταθμούς μιας παράδοσης, η οποία διαφοροποιείται με το έργο του Αριστόξενου. Η αντίληψη για τη μεγάλη, όντως, σημασία της μουσικής, όσον αφορά την ηθική διαπαιδαγώγηση και την ευδαιμονία του ανθρώπου, σφραγίζει τη σκέψη και άλλων μεγάλων στοχαστών, φιλοσόφων αλλά και παιδαγωγών, κατά την αρχαιότητα, τον Μεσαίωνα, την Αναγέννηση, τους νεότερους χρόνους και τη σύγχρονη εποχή.

 

 

Ειρήνη Θεοδοσοπούλου: Κατάλογος αποστολών ερευνητών του Κ.Ε.Ε.Λ. (1950-1982) της Ακαδημίας Αθηνών και συλλογέων, ηχογραφημένο υλικό των οποίων καταχωρίστηκε στα Βιβλία Εισαγωγής Μουσικής Ύλης

 

Για πρώτη φορά δημοσιεύεται κατάλογος αποστολών ερευνητών του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας (Κ.Ε.Ε.Λ.) της Ακαδημίας Αθηνών και συλλογέων, ηχογραφημένο υλικό των οποίων εισήχθη στα έξι βιβλία εισαγωγής μουσικής ύλης του Κέντρου. Ο κατάλογος που δημοσιεύεται εμπεριέχει στοιχεία που αφορούν όσες αποστολές διενεργήθηκαν κατά τα έτη 1950-1982 από το Κέντρο και εμπεριέχουν και ηχογραφήσεις μελωδιών. Η συμβολή των πρώτων αυτών ερευνητικών αποστολών στον τομέα της Εθνομουσικολογίας στην Ελλάδα αποτελεί ζήτημα αυτόνομης μελέτης.

 

 

 
© 2002-2016 Περιοδικό Πολυφωνία