αρχ. σελίδασυντακτική ομάδατρέχον τεύχοςπροηγ. τεύχηαναζήτησηοδηγίεςεπικοινωνίαenglish

 

τεύχος 21
(Φθινόπωρο 2012)

περιεχόμενα

περιλήψεις

βιογραφικά

περιλήψεις

  

Κωνσταντίνος Γ. Σαμπάνης: Οι παραστάσεις όπερας στην Ζάκυνθο από το 1835 έως την ενσωμάτωση των Επτανήσων στο «Βασίλειον της Ελλάδος» (1864) – Μέρος Α΄

 

Ο «Απόλλων», αρχικώς ξύλινο θέατρο της Ζακύνθου, στήθηκε από τον Ιταλό Gaetano Mele το 1835, οπότε και διεξήχθη η πρώτη οργανωμένη και πλήρης σαιζόν όπερας στην Ζάκυνθο. Για μία εικοσαετία (1835-1855) δεν διεξάγονταν ανελλιπώς και κάθε χρόνο σαιζόν όπερας, αλλά από το 1857 έως και την σαιζόν 1863-1864 υπήρξε αξιοσημείωτη σταθερότητα και κανονικότητα στην κατ’ έτος διεξαγωγή τους. Συνολικώς, από το 1835 έως και την ενσωμάτωση της Ζακύνθου στον κορμό του «Βασιλείου της Ελλάδος» (1864) διοργανώθηκαν επιβεβαιωμένα 19 οργανωμένες σαιζόν όπερας, καθώς και μία σειρά παραστάσεων όπερας διαρκείας λίγων εβδομάδων, ενώ δύο ακόμη σαιζόν μπορούν να χαρακτηρισθούν αμφίβολες και μία σειρά παραστάσεων ως πιθανώς γενόμενη. Υπολογίζεται ότι από το 1835 έως και το 1864 πραγματοποιήθηκαν συνολικώς 115-125 παραγωγές οπερών, εκ των οποίων είναι απολύτως επιβεβαιωμένες προς το παρόν οι 90, ενώ 5 ακόμη είναι σφόδρα πιθανολογούμενες βάσει ισχυρότατων ενδείξεων. Πρόκειται για 57 διαφορετικές όπερες, 14 συνθετών, κυρίως των Donizetti, Bellini, Verdi και Rossini. Ο μικρός πληθυσμός της Ζακύνθου, καθώς και το γεγονός ότι αυτή ήταν μια μικρή περιφερειακή οπερατική «αγορά», συνετέλεσαν στο να συνεργασθούν με το θέατρο του νησιού ιταλικοί θίασοι κυρίως μέτριας ή και χαμηλής ποιότητος, αποτελούμενοι συνήθως από νεαρούς και άσημους μονωδούς, λίγοι από τους οποίους απέκτησαν έκτοτε φήμη, ενώ οι περισσότεροι παρέμειναν άσημοι, καθώς και από γηρασμένους μονωδούς, που βρίσκονταν πλέον πολύ κοντά στο τέλος της σταδιοδρομίας τους. Και πάλι όμως, δεν ήταν λίγες οι φορές που, ακόμη και με τέτοιους θιάσους, οι εργολάβοι του «Απόλλωνος» οδηγήθηκαν στην χρεοκοπία. Πάντως, το κοινό της Ζακύνθου γνώρισε και σημαντικούς μονωδούς, όταν αυτοί ήσαν ακόμη νεαροί και άσημοι. Οι σημαντικότεροι λυρικοί καλλιτέχνες που εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω περίοδο στην σκηνή του «Απόλλωνος» ήταν οι πριμαντόνες Antonietta Galzerani, Serafina Rubini, Enrichetta Zani και Argentina Angelini, ο βαρύτονος Davide Squarcia, o μπάσος Luigi Dalla Santa και ο κωμικός μπάσος Leopoldo Cammarano.

  

  

Ιωάννης Φούλιας: Η μουσική του Ludwig van Beethoven μέσα από τα πρώτα κείμενα περί μουσικής μορφολογίας του Heinrich Birnbach (1827-1829)

 

Ο Heinrich Birnbach (1793-1879), παρά το γεγονός ότι δεν συγκαταλέγεται στους γνωστότερους από τους θεωρητικούς της μουσικής του πρώτου μισού του 19ου αιώνος, είναι ένας από τους πρώτους που εξετάζει από αναλυτικής σκοπιάς έργα του Ludwig van Beethoven, σε μια σειρά δοκιμίων του που εκδίδονται αμέσως μετά τον θάνατο του μεγάλου κλασσικού, στις περιοδικές εκδόσεις Berliner Allgemeine Musikalische Zeitung (1827-1828) και Caecilia (1829). Στα δοκίμια αυτά, ο συγγραφέας καταγίνεται κατά τρόπον συστηματικό με τις αρμονικές και θεματικές προδιαγραφές πρωτίστως των μορφών σονάτας και δευτερευόντως άλλων δομικών προτύπων (διαφόρων μορφών “ρόντο”, παραλλαγών και μενουέττων / scherzi) μέσα από πραγματολογικές παρατηρήσεις και αναλύσεις επιλεγμένων συνθέσεων του Haydn, του Mozart, του Beethoven, καθώς και άλλων συνθετών των αρχών του 19ου αιώνος. Στην παρούσα εργασία, λοιπόν, επιχειρείται μια κριτική επισκόπηση των μορφολογικών δεδομένων που απορρέουν από τα κείμενα του Birnbach, παράλληλα με μια σύγχρονη αποτίμηση των αναλυτικών του επισημάνσεων επί συγκεκριμένων έργων του Beethoven, αφ’ ενός, αλλά και της γενικότερης συμβολής της μπετοβενικής δημιουργίας στην διαμόρφωση των θεωρητικών του απόψεων, αφ’ ετέρου.

  

  

Βέσνα Σάρρα Πένο: Η νεώτερη σερβική εκκλησιαστική ψαλμωδία υπό το φως της υστεροβυζαντινής ψαλτικής παραδόσεως

 

Κατά τη διάρκεια του 17ου και του 18ου αιώνα παρατηρήθηκε μια εμβάθυνση των σχέσεων μεταξύ σέρβων και ελλήνων ψαλτών, ιδιαίτερα σε πόλεις της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, όπου λειτουργούσαν από κοινού στις τοπικές ορθόδοξες εκκλησίες. Στις περιοχές αυτές, η υστεροβυζαντινή ψαλτική παράδοση υπήρξε ιδιαίτερα ισχυρή, δίνοντας την ευκαιρία στους Σέρβους να διδαχτούν την νευματική σημειογραφία και να ψάλλουν διαβάζοντας μουσικά χειρόγραφα. Στο άρθρο αυτό εξετάζεται το ζήτημα των ελληνικών επιρροών στη νεώτερη σερβική εκκλησιαστική ψαλμωδία, όπως αυτό προκύπτει και διαφωτίζεται από ευάριθμες πηγές. Μεταξύ αυτών, παρουσιάζονται ελληνικά αλλά και δίγλωσσα (ελληνικά-σερβικά) χειρόγραφα που φυλάσσονται σε βιβλιοθήκες της Σερβίας, καθώς και στοιχεία για τους έλληνες διδασκάλους οι οποίοι έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στη μουσική εκπαίδευση των σέρβων ψαλτών.

  

  

Μαριάννα Σιδερή: Ο θρύλος του Φάουστ στην λυρική σκηνή: μια ιστορική αναδρομή

 

Κατά τον 19ο αιώνα ο θρύλος του Φάουστ εξελίχθηκε σε αγαπημένο θέμα της όπερας, εξαιτίας κυρίως της πολυσχιδούς προσωπικότητας του αμιγώς ρομαντικού ήρωα, κερδίζοντας μια περίοπτη θέση στο βάθρο των αγαπημένων ηρώων, δίπλα στον μυθικό Ορφέα και τον θρυλικό Δον Ζουάν. Στα χέρια επιδέξιων συνθετών, η διακαής επιθυμία και η επίμονη αναζήτηση του ήρωα να βαδίσει σε πρωτόγνωρα μονοπάτια και να βιώσει νέες εμπειρίες αποτέλεσαν το εφαλτήριο μουσικών πειραματισμών, οι οποίοι σε αρκετές περιπτώσεις οδήγησαν στην ανανέωση και την μεταρρύθμιση της όπερας. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί μια ιστορική αναδρομή σε μουσικοθεατρικά έργα εμπνευσμένα από την θρυλική ιστορία του ανθρώπου που πούλησε την ψυχή του στον διάβολο, καλύπτοντας πολύπλευρα τον χώρο του μουσικού θεάτρου.

 

 
© 2002-2018 Περιοδικό Πολυφωνία